Μετρητής

Σάββατο, Οκτωβρίου 25, 2008

Ο μέγας ιερεύς Ιγατίων

Δεν άντεξε η ΘΕΣΣΑΛΙΑ να το δημοσιεύσει.

Ένα βήμα απ’ τη δεξιά είναι η αριστερά μου …

Οι ΜΥΘΟΙ του ΜΙΧΟΥ

Ο Μέγας Ιερεύς Ιγατίων

Ο Μέγας Ιερεύς ενθρονίστηκε επί επωνύμου άρχοντος Κουντουρίωνα, μετά την εκλογή του Χρηστού - δούλου από τους Πέρσες στο ανώτατο ιερατικό αξίωμα.

Ο Χρηστός - δούλος ήταν χρηστός στ’ όνομα μόνο και ήθελε να γίνει στρατηγός και αυτοκράτωρ, τον Αλκιβιάδη ήθελε να μοιάσει στη δόξα και γι’ αυτό ζήτησε τη βοήθεια των Περσών.

Ήρθε ο Τισσαφέρνης στις Παγασές και του έδωσε το χρίσμα να γίνει Αρχιερέας στο κράτος των Αθηνών. Έχασαν οι Παγασές το μέγα πνεύμα του, αλλά αυτό το κέρδισε το κράτος των Αθηνών.

Ο Χρηστός - δούλος προσπάθησε να κατακτήσει και πολιτικές θέσεις στο κράτος των Αθηνών, αλλά οι Αθηναίοι τον αγνόησαν, επειδή δεν ήξερε την ιστορία του τόπου τους.

Δεν ήξερε τίποτε για Πεισίστρατο, επειδή εκείνα τα χρόνια, που κυβερνούσε αυτός ο Πεισίστρατος, αυτός διάβαζε τα ιερά βιβλία.

Ο Ιγατίων ήταν μαθητής του Χρηστού - δούλου και συνήθως όλοι οι μαθητές είναι καλύτεροι απ’ τους δασκάλους τους. Ήρθε σεμνά και ταπεινά στις Παγασές και προσπάθησε να ξεπεράσει το δάσκαλό του.

Δεχόταν οποιαδήποτε κριτική αδιαμαρτύρητα κι ήταν οπαδός του δόγματος «άφες αυτοίς, ου γαρ οίδασιν τι ποιούσι». Ο ίδιος ήξερε τι έκανε, το ήξεραν κι όλοι όσοι τον συναγελάζονταν…

Μόνο ο Διογένης, ο μαθητής του Σωκράτη, καυτηρίαζε μέσα στις Παγασές αυτό το δόγμα του Ιγατίωνα, αλλά πάλι δεν έδινε σημασία ο Ιγατίων. Αυτός είχε το βλέμμα του στραμμένο σε άλλους δρόμους, αυτούς που δεν ήθελε να δει εκείνος ο άθλιος Διογένης.

Ο Ιγατίων είχε ένα απόμακρο βλέμμα κι έναν ακόμη πιο απόμακρο λόγο. Αυτός ο λόγος του συγκινούσε τους πολίτες όπως ο λόγος των σοφιστών. Οι σοφιστές του είχαν διδάξει πολλά, απ’ το Σωκράτη δεν είχε πάρει τίποτε. Ήξερε πως αν ακολουθούσε τα διδάγματα του Σωκράτη θα του δίνανε να πιει κώνειο.

Ακολούθησε κι αυτός τη μέθοδο του Αλκιβιάδη, μέθοδος πολύ πετυχημένη μέσα στους αιώνες.

Πολιτική και ιερατείο ίδιες πολιτικές εφάρμοζαν από τότε.

Ο Ιγατίων πλησίασε στην αρχή τον πολίτη Καρτάλιο, στον οποίο είχε αναθέσει το κράτος των Αθηνών την ευθύνη των ολυμπιακών αγώνων και εμπιστεύτηκε σ’ αυτόν και τη διαχείριση του χρήματος.

Τα χρήματα αυτά προέρχονταν απ’ τη φορολογία των πολιτών κι έπρεπε να επενδυθούν σε έργα που θα βελτίωναν τις συνθήκες ζωής των ίδιων των πολιτών. Θα περίμεναν να δουν οι κάτοικοι των Παγασών ένα δρόμο που να ενώνει τις Παγασές με την Κορώπη, ώστε να μην καταστρέφονται οι άμαξές τους σε κακοτράχαλα μονοπάτια.

Ο Καρτάλιος έδωσε κάποια τάλαντα για το δρόμο αυτό και τα υπόλοιπα, χωρίς να δίνει λογαριασμό σε κανένα, τα απόθεσε εις χείρας του Ιγατίωνα.

Ο Ιγατίων χρησιμοποίησε τα τάλαντα για να χτίσει πάνω σ’ ένα λόφο της πόλης των Παγασών ένα περίλαμπρο μέλαθρο, για να γίνονται συμπόσια. Το μέλαθρο έκανε χρυσές δουλειές, ανάλαβε γαμήλια γεύματα και δεξιώσεις και μνημόσυνα, έτσι όπως τα ζητούσε απ’ τους πιστούς του ο Ζευς.

Ήταν πιστός στο Δία ο Ιγατίων. Ο Ιησούς των Εβραίων δεν είχε γεννηθεί ακόμη και δεν είχαν διαδοθεί εκείνες οι «ηλίθιες» θεωρίες του περί απλότητας.

Ο Ιησούς θα δίδασκε το «ο έχων δύο χιτώνας να δίδει τον ένα», ο Ζευς είχε άποψη διαφορετική : έλεγε «ο έχων δύο χιτώνας να προσπαθήσει να τους κάνει χίλιους». Αυτό το δόγμα είχε ακολουθήσει κι ο Χρηστός – δούλος.

Δεν μπορούσε να παραβεί τους κανόνες του Δία ο Ιγατίων. Έστηνε μέλαθρα για τα όρνεα που τρέφονταν από τις σάρκες του λαού κι έβγαζε και πανηγυρικούς λόγους για τις αθώες περιστερές.

Τον θαύμαζε ο λαός, έτσι όπως θαύμαζε πριν δέκα χρόνια και τον Χρηστό - δούλο.

Αργότερα η επιχειρηματική του δραστηριότητα διευρύνθηκε. Έπρεπε οι Ολύμπιοι να έχουν τις εκατόμβες τους, αλλά οι εκατόμβες χρειάζονται χρήματα. Οι ναοί των Παγασών δεν είχαν πολλά έσοδα, αφού τις δραχμές και τους οβολούς καρπώνονταν οι ιερείς τους και κάποιοι επίτροποι.

Θα μπορούσε ο Ιγατίων να τους οδηγήσει στον ίσιο δρόμο και να μην κλέβουν, όμως σκεφτόταν πως έτσι θα έχανε την εμπιστοσύνη των οπαδών του. Δεν ήταν φασίστας ο Ιγατίων, ήταν δημοκράτης. Άφηνε τις «εκκλησιάζουσες» να δρουν πανομοιότυπα με τους μεγάλους ιερείς.

Αυτή είναι η μεγάλη αρχή της δημοκρατίας και του σοσιαλισμού, όλοι μπορούν να τα παίρνουν…

Αποφάσισε ο Ιγατίων να προχωρήσει σε κερδοσκοπικές επιχειρήσεις. Στην αρχή διοργάνωσε ημερίδες με θέμα: Προσκυνηματικός τουρισμός. Καραβάνια ξένων θα επισκέπτονταν τα ιερά και τα τεμένη της πόλης-κράτους για ν’ αφήσουν τους οβολούς τους στους ιερούς χώρους των θεών του Ολύμπου.

Με τα τάλαντα που συγκεντρώνονταν οι ιερείς και οι ιέρειες έχτιζαν τις ιδιωτικές τους επαύλεις και με το πλεόνασμά τους θα μεγάλωνε και η περιουσία του Ολύμπιου μελάθρου.

Αμέσως μετά αποφάσισε να αξιοποιήσει την ακίνητη περιουσία των ιερών τεμενών της μείζονος περιοχής των Παγασών. Τα ιερά τεμένη είχαν πολλές ιδιοκτησίες σ’ όλη την περιοχή, ιδιοκτησίες που τους χάριζαν όλοι οι κατακτητές της χώρας. Οι ιδιοκτησίες αυτές αυγάταιναν και με τις δωρεές των πιστών και με ιερατικές καταπατήσεις εδαφών. Οι εξουσίες των πόλεων-κρατών έκαναν πως δεν έβλεπαν αυτές τις καταπατήσεις, γιατί και οι ίδιες καταπατούσαν εθνικές γαίες.

Αποφάσισε ο Ιγατίων να εκμεταλλευτεί μια τέτοια περιουσία της περιοχής με τη συμπαράσταση του Μήτρονα. Θα έφτιαχνε επαύλεις και γυμναστήρια γκολφ, που ήταν το νέο άθλημα που προστέθηκε κείνα τα χρόνια στα ολυμπιακά αθλήματα.

Πιθανό να προξενούσε οικολογικές καταστροφές η επένδυση αυτή, όμως ο ίδιος ο Ιγατίων δήλωσε πως έχει οικολογική συνείδηση κι έτσι οι οικολογικές ομάδες της περιοχής σίγησαν.

Αυτές σιγούσαν κάθε φορά που άκουγαν τους ήχους ταλάντων δίπλα τους…

Ο Ιγατίων δήλωνε ταυτόχρονα πως ό,τι κέρδος προκύψει θα είναι για κοινωνικό έργο ή για φιλανθρωπικό.

Το ατομικό με το κοινωνικό είχαν ταυτιστεί τω καιρώ εκείνω.

Πούλησε και την έπαυλη του Χρηστού-δούλου στην ίδια περιοχή και αγόρασε με τα νέα τάλαντα μιαν άλλη έπαυλη σε πιο αριστοκρατική περιοχή.

Η έπαυλη αυτή θα φιλοξενούσε τους μεγάλους ιερείς των άλλων πόλεων-κρατών όταν θα έκαναν επίσκεψη στις Παγασές.

Οι «μακάριοι πτωχοί τω πνεύματι» έβλεπαν τη δραστηριότητα του Ιγατίωνα και δεν αντιδρούσαν. Θαύμαζαν την επιχειρηματικότητα του μεγάλου ιερέως και πολλοί θα ήθελαν να γίνει αυτός ο ηγέτης της πόλης - κράτους.

Ο μέγας ιερεύς όμως δεν είχε απογόνους για να τους κληρονομήσει το βιος του την ώρα που όλοι οι άλλοι άρχοντες έφτιαχναν δυναστείες.

Τον αγαπούσαν τον μεγάλο ιερέα κι εύχονταν ενδόμυχα να πάρει αυτός τη θέση του Χρηστού-δούλου. Η επιχειρηματικότητα θα ξαπλωνόταν σ’ όλη την έκταση των ελληνικών πόλεων-κρατών.

Ήξεραν οι κάτοικοι των Παγασών πως ο Ιησούς των Εβραίων θα ερχόταν μετά από τετρακόσια χρόνια για να πάρει το φραγγέλιο στα χέρια του και να διώξει αυτούς που καταντούσαν τον οίκο του πατρός του οίκον εμπορίου.

Ήξεραν πως έχουν άφθονο χρόνο μπροστά τους μέχρι τον ερχομό του Ιησού και κοιτούσαν να εκμεταλλευτούν αυτό το χρόνο.

Αργότερα θα έπειθαν και τον Ιησού πως μόνο με σηστέρτια χτίζεται η Εκκλησία του Θεού.

Οι τελάληδες της περιοχής προωθούσαν το έργο του Ιγατίωνα.

Κάτι θα κέρδιζαν κι αυτοί από την επιχειρηματικότητα του μεγάλου ιερέως.

Κάποιοι άλλοι τον διακωμωδούσαν.

Αυτοί ήξεραν πως είχε τη δυνατότητα να κερδίσει, γιατί δεν είχε το φόβο μήπως χάσει. Δεν έπαιζε στο χρηματιστήριο με δικά του τάλαντα…

Ο Ιγατίων κρεμούσε σαρδόνιο χαμόγελο πάνω απ’ τα γένια του και το έκρυβε κάτω απ’ τα μουστάκια του.

Ήξερε πως ήταν καλύτερος απ’ το δάσκαλό του…

Μύθος του Μάκη Μίχου , ανένταχτου της

Πανελλήνια Τσιπρομένης Σοσιαλιστικής και Λαϊκής Νέας Δημοκρατίας

Όλα τα γουρούνια έχουν την ίδια σούρλα… Βλάχικη παροιμία

Δεν το δημοσίευσε η ΘΕΣΣΑΛΙΑ,
γιατί όλα τα γουρούνια…έχουν τη μούρλα μέσα τους.

Και είπαν στον Αίσωπο οι μαθητές του
- Πες μας ένα παραμύθι, δάσκαλε.
Σκεφτόταν ο Αίσωπος. Φοβόταν εκείνες τις μέρες να μιλήσει. Οι εισαγγελείς δεν αστειεύονταν. Ήταν έτοιμοι να συλλάβουν κάθε νομοταγή πολίτη και να αφήσουν ελεύθερους όλους τους κακούργους. Τέτοιες διαταγές έπαιρναν απ’ τους άρχοντες.

Σκέφτηκε πολύ πριν ξεκινήσει το παραμύθι του. Το παραμύθι ερχόταν από πολύ μακριά στο μέλλον, απ’ τη χώρα των Βλάχων.

«Μια φορά κι έναν καιρό, μετά από δυο χιλιάδες χρόνια, ήρθε επιτέλους αυτή η πολυπόθητη δημοκρατία στη χώρα της Αρλούμπας. Βασιλιάδες και δικτάτορες δεν υπήρχαν πλέον στην Αρλούμπα.
Η Αρλούμπα είχε πολλές πόλεις και κάθε πόλη έστελνε τους αντιπροσώπους της στην πρωτεύουσα της Αρλούμπας. Τριακόσιοι ήταν οι αντιπρόσωποι απ’ τις πόλεις κι αυτοί αποφάσιζαν για το τι θα γίνει στην Αρλούμπα.
Η πόλη της Πηλιοβλαχίας έστελνε τα πρώτα χρόνια έξι αντιπροσώπους, ύστερα έστελνε πέντε, επειδή μειώθηκε ο πληθυσμός της. Έστειλε άξιους αντιπροσώπους για τριάντα χρόνια κι αυτοί κατάφεραν να φέρουν την ανάπτυξη του οίκου τους. Οίκο εννοούσαν το σπίτι τους εκείνα τα χρόνια, γι’ αυτό κι εμείς σήμερα μιλάμε και λέμε τη λέξη «οίκαδε». Από το μέλλον τη φέραμε.
Τους αντιπροσώπους αυτούς ένας μεγάλος αρχηγός της δημοκρατίας, που έμοιαζε με τον παλιό Περικλή - Καραμανλή τον λέγανε - τους ονόμασε βολευτές. Ήταν πιο σοφός απ’ τον Περικλή ο Καραμανλής και τους φώναζε με τ’ όνομά τους. Όμως οι βολευτές δεν ενοχλούνταν με την επωνυμία αυτή, τους ήταν αρκετό που μέσα σε λίγα χρόνια θα είχαν βολευτεί και οι ίδιοι και οι απόγονοί τους.
Βολεύτηκαν πολλοί βολευτές μέσα σε τριάντα χρόνια στην Πηλιοβλαχία. Άλλοι το έπαιξαν αριστερόχειρες κι άλλοι δεξιόχειρες. Όλοι τους λέγανε στο λαό ότι ένα στόχο έχουν, να τον βοηθήσουν να δει καλύτερες μέρες και του κρύβανε πως οι νύχτες του θα ήταν γεμάτες από εφιάλτες για τη μέρα που θα ξημέρωνε.
Περισσότερο βολεύτηκαν οι αριστερόχειρες, γιατί αυτοί ξέρανε να τρώνε και με τα δυο χέρια. Οι δεξιόχειρες δεν μπορούσαν να φάνε με το αριστερό χέρι.

Δεν είδε κανένα καλό με τους αριστερόχειρες η Πηλιοβλαχία και στράφηκε πάλι στους δεξιόχειρες. Δεν είχε καταλάβει πως οι δεξιόχειρες είχαν διδαχτεί όλες τις ικανότητες των αριστερόχειρων κι ότι μπορούσαν πια να τρώνε κι αυτοί και με τα δυο τους χέρια. Δεν είχαν ακούσει και τη βλάχικη παροιμία πως «όλα τα γουρούνια έχουν την ίδια σούρλα».
Είχαν δει το Χανούλη και τη Ροδάνθη και το Λεωνίδα να τρώνε με χρυσά κουτάλια κι αποφάσισαν να στραφούν προς τους δεξιόχειρες. Αυτοί έδειχναν ότι μπορούν να εξαφανίσουν την παμφαγία των αριστερόχειρων.

Στράφηκαν προς τους δεξιόχειρες κι έστειλαν για βολευτές στην πρωτεύουσα τον Ικτίνο και τον Ιπποκράτη και την Καλυψώ. Αυτοί θα τους έλυναν όλα τους τα προβλήματα, μόλις έλυναν τα δικά τους.

Οι τρεις βολευτές είχαν να λύσουν πολλά προβλήματα «οίκαδε». Ασχολήθηκαν με τα προβλήματα αυτά άμεσα. Φρόντισαν να μπει ο χρυσός στην Πηλιοβλαχία και να την αναδείξουν μέσα στην Αρλούμπα. Φρόντιζαν και τον οίκο τους, αλλά το έκρυβαν επιμελώς απ’ τους αφελείς πολίτες. Οι πολίτες της Πηλιοβλαχίας ήξεραν τη φράση «τα εν οίκω μη εν δήμω», αλλά κι αυτοί τον οίκο τους φρόντιζαν κι ήξεραν πως θα τον φρόντιζαν καλύτερα αν στέκονταν στο πλευρό των εκλεκτών της Πηλιοβλαχίας.

Ο Ικτίνος κατάφερε να γίνει στρατηγός της Αρλούμπας όπως είχε γίνει παλιότερα κι ο Ιπποκράτης. Οι Πηλιοβλαχίτες είδαν πολλά καλά απ’ τον Ικτίνο.
Είδαν επαύλεις να ξεφυτρώνουν παντού στην Πηλιοβλαχία κι έπαιρναν μαθήματα για το πώς μπορούν να γίνουν κι άλλες επαύλεις στον τόπο τους.

Από τον Ιπποκράτη ένα καλό είχε δει η Πηλιοβλαχία. Τον είχε δει να θεμελιώνει νοσοκομείο κι ο λαός δεν μπορούσε να δει πως όλη η ομορφιά της Πηλιοβλαχίας χανόταν.
Δεν έβλεπε ο λαός πως το νοσοκομείο αυτό ήταν χάρτινος πύργος, χωμένος μες τη μπόχα της πόλης. Μόνο κάποιοι ρομαντικοί πολίτες ζητούσαν να χτιστεί έξω από τα όρια της πόλης, εκεί που θα βρισκόταν αργότερα ο τάφος του Ιάσονα, αλλά ο Ιπποκράτης ήταν ανένδοτος. Προσπαθούσαν όλοι αυτοί οι ρομαντικοί να σώσουν ένα αιωνόβιο δάσος κι ένα αιωνόβιο κτίσμα, αλλά μάταια.
Ο Ιπποκράτης καμάρωνε πως αυτός θεμέλιωσε το νοσοκομείο κι απόκρυβε πως ξεθεμέλιωσε την ιστορία της πόλης του.
Ασχολήθηκε και με τα ναρκοβοτάνια ο Ιπποκράτης και προσπάθησε να σώσει τη νεολαία απ’ αυτά, ενώ ήξερε πως η μαφία της Αρλούμπας τα διακινούσε. Ήταν όμως ανίσχυρος να πατάξει τη μαφία. Αυτή στήριζε και βολευτές.
Έκανε κι άλλη μια επαναστατική πράξη. Τσακώθηκε με τον Απόστολο το Νέο. Ο τοπάρχης αυτός - αριστερόχειρ ήταν - δεν εφάρμοσε τη νόμιμη συνταγή «μισά δικά σου, μισά δικά μου» και θέλησε να τα δώσει όλα στα δικά του παιδιά.
Ο Ιπποκράτης όμως είχε ένα μεγάλο προσόν: δεν άντεχε την αδικία!

Η Καλυψώ κατάφερε με την ομορφιά της να σαγηνέψει τους πολίτες κι έγινε κι αυτή βολευτίνα. Τα κάλλη της τα έδειχνε διαρκώς στα παράθυρα και βαρέθηκαν οι πολίτες να τα βλέπουν. Από παράθυρο σε παράθυρο σερνόταν και ήθελε και αυτή να γίνει στρατηγός της Αρλούμπας, όπως τα είχε καταφέρει και η Ροδάνθη με τους Εκατόγχειρες αριστερόχειρες.
Δεν της έδωσαν οι κάτοικοι της Πηλιοβλαχίας τη δυνατότητα να προχωρήσει το όραμά της. Δεν έγινε δεύτερη φορά ούτε βολευτίνα ούτε και στρατηγός. Θα αναγκαζόταν να γίνει τραπεζική δουλάρα, με αισχρή αμοιβή. Τόση όση θα έτρεφε δέκα οικογένειες της Πηλιοβλαχίας.

Οι αριστερόχειρες είχαν άλλα προβλήματα εκείνα τα χρόνια. Είχαν το Σιδερένιο για αρχηγό τους, αλλά αυτός χάθηκε πρόωρα. Μετά είχαν για αρχηγό τους έναν Κινέζο και φάγανε καλά ξεπουλώντας το χρήμα της Αρλούμπας. Ύστερα έγινε ο Γιωργάκης, ο Μαργαριταρένιος, αρχηγός κι αποκοιμήθηκαν μηρυκάζοντας αυτά που είχαν φάει.

Η Ροδάνθη έχανε σιγά-σιγά τον επαναστατικό χειμαρρώδη λόγο της κι άρχισε να μιλά ακατάσχετα για θεούς και δαίμονες. Έχτιζε ναούς να προστατέψει τον οίκο της κι έκανε και λιτανείες, που ονομάζονταν θυρανοίξια απ’ τους άπιστους εκείνων των χρόνων.
Ο Λεωνίδας, ο Λακε-δαιμόνιος, έκλεισε το μανάβικο που είχε σαν ήταν βολευτής κι αποφάσισε να γίνει δικολάβος.
Ο Αλέξιος, ο πατήρ του Βουλγαροκτόνου, κατάφερε να γίνει ανέλπιστα βασιλιάς της Πηλιοβλαχίας κι έτσι πάλι δε χρειάστηκε να δουλέψει. Είχε να λύσει όλα τα εσωτερικά προβλήματα της Πηλιοβλαχίας κι έτσι βολευόταν πάλι.
Ο Νικόλαος της Γκατζίας ανήκε στο παρελθόν. Αυτός ήταν Λακεδαίμων γνήσιος κι εφάρμοζε τη συνταγή «το λακωνίζειν εστί φιλοσοφείν». Σπάνια μιλούσε σε υπηκόους του, αλλά και οι υπήκοοί του δεν ήθελαν πολλά λόγια. Περίμεναν την επανάσταση για να μιλήσουν…
Όμως μεταξύ όλων των βολευτών υπήρχε ένας αλληλοσεβασμός. Παρασταίνανε ότι τσακώνονταν στα παράθυρα, τους άκουγαν οι ψηφοφόροι και χωρίζονταν σε φατρίες και οι βολευτές βολεύονταν με το διαχωρισμό των ψηφοφόρων. Ήξεραν οι βολευτές πως αν οι ψηφοφόροι ενώνονταν τότε αυτοί θα έχαναν και τη δόξα και το χρήμα.
Στην Πηλιοβλαχία τίποτε δεν προχωρούσε. Μόνο πάνω στο όρος και στο μικρό θαλάσσιο κόλπο κατάφερναν οι αφέντες να χτίζουν επαύλεις και να χαίρονται τα κέρδη τους.
Αυτό ανάγκασε ένα λαϊκό ποιητή εκείνης της εποχής να ανακράξει:
Όλα τα γουρούνια έχουν την ίδια σούρλα.
Σούρλα λέγανε τότε τη μούρη αυτοί οι Βλάχοι.»

Αυτό το παραμύθι είπε ο Αίσωπος στους μαθητές του και κανένας δεν κατάλαβε τίποτε, όπως ποτέ δεν καταλάβαινε κανείς τους μυθοποιούς.
Μόνο τους παραμυθάδες καταλάβαιναν οι άνθρωποι του λαού, γιατί ήξεραν οι παραμυθάδες να τους παραμυθιάζουν.
Άρεσε στο λαό το παραμύθιασμα, το μύθο δεν τον καταλάβαιναν.

Μόνο οι βολευτές καταλάβαιναν το μύθο και γελούσαν.
Βολεύονταν και με το μύθο οι άθλιοι…


Μάκης Μίχος, ανένταχτος της
Βλάχικης Λαϊκής και Συνασπισμένης και Σοσιαλιστικής Νέας Δημοκρατίας.