Μετρητής

Τρίτη, Οκτωβρίου 05, 2010

Πήγαινε πες τους...

Πήγαινε πες στην Δημοκρατία να πάει να πλυθεί γιατί η μπόχα της έχει κολλήσει πια στους τοίχους των σπιτιών μας. Μην εθελοτυφλεί επειδή έχει κάμποσους ακόμα που την κάνουν παρέα. Εκείνοι βρωμάνε περισσότερο από την ίδια και οι στάμπες που αφήνει ο λιπαρός ιδρώτας τους -όταν την αγκαλιάζουν-κάνουν το ακριβοπληρωμένο της ταγιέρ να μοιάζει με τοίχο σφαγείου που δεν καθαρίστηκε ποτέ. Πες της να μην περνάει από την γειτονιά γιατί κάποιοι παλιοί εραστές της, που την λάτρεψαν, ακονίζουν τα μαχαίρια τους έχοντας μπροστά τους μια φωτογραφία του ’70: Αυτή με το σιέλ φορεματάκι της να γελάει και εκείνοι δίπλα της να μην τολμούν ούτε να την αγγίξουν, μη και χαλάσουν την στιγμή, μη και τσαλακώσουν το όνειρο.

Πήγαινε πες στην
Αριστερά να μην κορδώνεται όταν περνάει από τα σοκάκια γιατί τα χαμπέρια έφθασαν από καιρό στα αφτιά των παιδιών της. Έχει χρόνια τώρα, που όταν αυτά έβγαιναν από την πόρτα για το σχολείο της ζωής, αυτή έβαζε τους γιους των αφεντικών από το παράθυρο και το γλεντούσαν. Πήγαινε πες της ότι ακόμα πηγαίνουν μαζί της οι...


ατσαλάκωτοι της ζωής μόνο και μόνο για την παλιά της αίγλη. Κατά τα άλλα κατάντησε σαν γριά πόρνη επαρχιακού μπορδέλου που πας μαζί της όχι από ανάγκη αλλά από οίκτο. Πες της ότι τα παιδιά της, που κρυβόταν πίσω από την φούστα της όταν λυγερή και περήφανη περπατούσε στα συντρίμμια της Ιστορίας, θέλουν να την κουρέψουν γουλί και να την κρεμάσουν από το σχοινί του καμπαναριού. Κάθε φορά που θα τινάζεται το κορμί της να χτυπάει η καμπάνα όχι για αυτήν, αλλά για τα όνειρα που έθαψε με τα ίδια της τα χέρια πριν ακόμα ανδρωθούν.


Πήγαινε πες στην
Δικαιοσύνη ότι δεν μπορεί να κρύβεται για πολύ πια. Όσο και να την προστατεύουν οι σωματοφύλακες της ανανδρίας κουτσαίνει από την αριστερή πλευρά και ξεχωρίζει στο πλήθος. Της έμεινε κουσούρι από τότε που έκλεβε από την ζυγαριά και τα’ χωνε στις τσέπες της τα δίκια των ερήμην καταδικασμένων. Πες της ότι έχει μία ευκαιρία να μαχαιρωθεί μόνη της με το σπαθί της. Εκείνο που έκοψε λάθους λαιμούς την ώρα που αυτοί τεντωνόταν με πρησμένες φλέβες φωνάζοντας για δίκιο.

Τέλος, πήγαινε πες στην
Ελευθερία ότι θα την βγάλει καθαρή. Όχι γιατί στάθηκε ως έπρεπε αλλά γιατί οι πέτρες που μας έβαζε να κουβαλάμε στον ανήφορο των Αξιών έγιναν μία-μία, οι τοίχοι του σπιτιού που μέσα κοιμάται η Ελπίδα μας.

Simple Man

Το τρελό νερό

Μια φορά, λέγει ο μύθος, ήτανε ένας σουλτάνος καλός και δίκαιος κι ήτανε και αστρολόγος. Μια μέρα ο βεζίρης λέγει του σουλτάνου πως είδε κάποια σημάδια στον ουρανό, πως θα βρέξει στον κόσμο ένα τρελό νερό και πως όποιος το πιει αυτό το νερό θα τρελαίνεται και πως όλοι οι άνθρωποι που ζούνε στην επικράτειά τους θα το πιούνε και θα χάσουνε τα λογικά τους και δεν θα νιώθουνε πια τίποτα μήτε τι είναι σωστό και τι ψεύτικο, μήτε τι είναι καλό και τι είναι κακό, μήτε τι είναι νόστιμο και τι είναι άνοστο, μήτε τι είναι δίκιο και τι είναι άδικο.

Σαν τ’ άκουσε αυτά τα λόγια ο σουλτάνος, γυρίζει και λέγει στο βεζίρη:

- Αφού θα τρελαθεί όλος ο κόσμος, πρέπει να κοιτάξουμε να μην τρελαθούμε κι εμείς, γιατί αλλιώς πώς θα τους κρίνουμε με δικαιοσύνη;

Τoυ λέγει ο βεζίρης πως ο λόγος του είναι σωστός και πως θα ‘πρεπε να προστάξει να μαζέψουνε από το καλό νερό που πίνανε και να το φυλάξουνε μέσα στις στέρνες, για να μην πίνουνε από το χαλασμένο και κρίνουνε παλαβά κι άδικα, μα δίκια όπως έχουνε χρέος. Έτσι κι έγινε.

Σε λίγον καιρό έβρεξε στ’ αλήθεια και το νερό ήτανε νερό τρελό και τρελαθήκανε όλοι οι άνθρωποι και δεν γνωρίζανε οι καημένοι τι τους γίνεται κι είχανε το ψεύτικο για αληθινό, το κακό για καλό, το άδικο για δίκιο. Μα ο σουλτάνος κι ο βεζίρης πίνανε από το καλό νερό που είχανε φυλαγμένο και δεν τρελαθήκανε, αλλά κρίνανε τον κόσμο με δικαιοσύνη. Μα ο κόσμος τα ’βλεπε ανάποδα και δεν ήταν ευχαριστημένος από την κρίση του σουλτάνου και του βεζίρη και φωνάζανε πως τους αδικούνε και κοντεύανε να σηκώσουν επανάσταση.

Μετά καιρό, σαν είδανε κι αποείδανε ο σουλτάνος κι ο βεζίρης χάσανε το κουράγιο τους και λέγει ο σουλτάνος στο βεζίρη:

- Τούτοι οι φουκαράδες αληθινά χάσανε τα φρένα τους και τα βλέπουνε όλα ανάποδα κι όπως πάμε μπορεί και να μας σκοτώσουνε, επειδή θέλουμε να τους κρίνουμε με δικαιοσύνη για να ευτυχήσουνε. Το λοιπόν, βεζύρ εφέντη, άιντε να χύσουμε το καλό νερό από τις στέρνες και να πιάσουμε να πίνουμε κι εμείς από το τρελό νερό, για να γίνουμε σαν κι αυτούς και τότε θα μας καταλαβαίνουνε και θα μας αγαπάνε.

Έτσι κι έγινε. Ήπιανε κι αυτοί από το παλαβό νερό και τρελαθήκανε και κρίνανε τρελά και άδικα κι ο κόσμος απόμενε ευχαριστημένος και πολυχρονίζανε το σουλτάνο.

Θαρρώ, λέει, πως κάτι παρόμοιο γίνεται και σήμερα στον τόπο μας. Εμείς όμως δε θα χύσουμε το λίγο νερό που είναι ακόμα φυλαγμένο μέσα στη στέρνα της παράδοσης. Μα θα πίνουμε απ’ αυτό το καλό νερό και θα καλούμε να πιούνε κι οι άλλοι Έλληνες, που τους ξεραίνει ο λίβας της ξενομανίας. Να πιούνε και να δροσιστούνε από το νερό που βγαίνει από την πέτρα, από το καλό και τ’ αθάνατο νερό μας, από το “ύδωρ το ζων”.

Φώτης Κόντογλου

(ΕΥΛΟΓΗΜΈΝΟ ΚΑΤΑΦΥΓΙΟ)

Μήπως σήμερα επιβεβαιώνεται ο Μ. Αντώνιος, όταν υποστήριζε:«Θα έλθει καιρός που οι άνθρωποι θα γίνουν μανιακοί και όταν δουν κάποιον λογικό, θα ξεσηκωθούν εναντίον του λέγοντας: Εσύ είσαι μανιακός», επειδή δεν είναι όμοιος με αυτούς». Μάλλον την δική μας εποχή θα είχε ο άγιος του Θεού κατά νου όταν χάραζε τις τόσο αληθινές αυτές σκέψεις. Για να συμπληρώνει μετά 16 αιώνες ο Όργουελ: «σε μια εποχή καθολικής εξαχρείωσης το να λες την αλήθεια είναι πράξη επαναστατική». Υπέρτατη έκφραση εσωτερικής ελευθερίας.