Μετρητής

Σάββατο, Απριλίου 23, 2011

«Σύγνεφο οι ακρίδες στα σπαρτά και ροκανάν τον κάμπο»

Ελευθέριος Ανευλαβής

«Σύγνεφο οι ακρίδες στα σπαρτά και ροκανάν τον κάμπο» (Γ. Ρίτσος)




«Τι καρτερείς ακόμα
τάχα δικαιοκρίτη;»
(Α. Σικελιανός)


Στ’ ανοιχτά της απελπισίας, φυσάνε οι άνεμοι του τυφώνα της παγκοσμιοποίησης του χρήματος και της πολτοποίησης του ανθρώπου.

Με κλειδαμπαρωμένα μάτια, οι βουλιμικοί του κέρδους, με κατακρεουργημένο από την απληστία χαμόγελο αδιαντροπιάς, πλήθος καθάρματα, θέλουν να ιδιωτικοποιήσουν ακόμη και τον ορίζοντα.

Ο Δήμος, νεοφιλελεύθερη μάζα, από μαζάτομα, αγωνίζεται, σθεναρώς, και με ανείπωτη ξετσιπωσιά, μόνο «περί πάρτης». Άγνωστο στους κοιλιόδουλους το «αμύνεσθαι περί Πάτρης». Έτσι κατήντησαν, το υπερήφανο λαό, «στάχτη…που κάποτε ήταν φλόγα» (Κ. Βάρναλης), οι άξεστοι, δόλιοι, συμφεροντολόγοι άρχοντές του.

Και οι μαυραγορίτες να βαφτίζουν νόμιμη την κλεψιά, μη ξεχωρίζοντας, οι κουτοπόνηροι, το νόμιμο από το ηθικό. Και να σκεπάζουν τις βρωμιές τους, σαν τη γάτα, με νόμους περί (αν)ευθύνης υπουργών και άλλα βρωμερά και τρισάθλια, καλά και συμφέροντα «ταις (σκατό)ψυχαίς αυτών», των πονηρών πολιτικατζήδων, που θα πρέπει να «πάνε μέσα», για αντιποίηση αρχής (των Πολιτικών).

Οι απάνθρωποι λαομπαίχτες (θεομπαίχτες), εμπαίζουν το καθαρό πρόσωπο, που αυτοί δεν έχουν γιατί το βρώμισαν ρουθουνίζοντας, σαν τα γουρούνια, στο γουρουνοστάσι της σύγχρονης νεοφιλελεύθερης Κίρκης, που προστάζει: άρπαξε, κλέψε, εξαπάτα.

Οι σταυρωτήδες των ονείρων των ανθρώπων, ξένοι στην πόλη, που ποτέ δεν αγάπησαν, τη βρωμίζουν με το σαπισμένο χνώτο της διεφθαρμένης ανάσας τους, κάνοντας και τους πολίτες της, που τους στέρησαν ακόμη και τη γνώμη, μέσα στην επίφαση της αντιπροσωπευτικής τους δημοκρατίας, κάνοντάς τους να τη μισήσουν και αυτοί.

Ο Κινησίας (ο κουνιστός του Αριστοφάνη), που καυχιέται πως είναι εραστής της πόλης, έβγαλε απόφαση:

«Μέλητος Μελήτου Πιτθιεύς Σωκράτει Σωφρονίσκου Αλωπεκήθεν… Τίμημα Θάνατος.»
(Πλάτωνος, Απολογία Σωκράτους)

Ο πολέμαρχος της αρετής των καταγωγίων της βρωμερής ψυχής του και της άδειας σκέψης του. Η Αγία Τριάδα του: Βλακεία, Ανικανότητα, Χρήμα. Ελληνάρας με πατέντα!

Ο Κοτζαμπάσης και ο Νταβατζής της Δημοκρατίας. Ο γνήσιος κοπρίτης της ακατοίκητης σκέψης, που λιμνάζει μέσα στα κομματικά λασπόνερα. Ο «μπροστάρης» του λαού, που αν υπήρχε δικαιοσύνη, θα έπρεπε να δουλεύει στο κάτεργο, στο οποίο είναι ριγμένος ο κοσμάκης.

Ο Πολυδάκτυλος Σαρανταχέρης, ο «τίμιος» φύλακας της δημόσιας περιουσίας, που, μαγικά, την εξαφανίζει off shore (έξω από τη Χώρα), σε μυστικούς αόρατους λογαριασμούς, στους παραδείσους των φοροφυγάδων, εις δόξαν ημών των μελωδούντων: Λυτρωτά, των μόχθων μας. Ο Θεός να σ’ ευλογεί. Λυτρωτά μας.

Ο Αληθίων των οκτώ, με την αλήθεια να τρέχει από το χαλασμένο καζανάκι της τρύπιας σκέψης του. Ο Κωλορεβερέντζης (ο βαθέως και δουλικά υποκλινόμενος), των αφεντικών του: εργολάβων δημοσίων έργων, συνάμα δε, καναλαρχών, εκδοτών, άμα τε και τζογαδόρων. Οσονούπω και με τον νόμο.

Ο Κλινήρης του πνεύματος, με την σπουδαιογελοία επισημότητα του λείψανου, που ακαδειμίζεται (παριστάνει τον ακαδημαϊκό-ακαδειμικό), κάτω από τον θόλο, απλώς γιατί έχει Κώλο και Προστάτη. Μυγιάγγιχτος. Βουλιαγμένος μέσα στην ανάπηρη σιωπή της κενής σκέψης του.

Ο Θρασύδειλος, που μιλάει για τον πόλεμο, σα να μιλάει για τον καιρό. Σημαία του ο αριθμός της μυστικής του θυρίδας, στη μυστική τράπεζα, της μυστικής εξωχώριας. Ο εντολοδότης του πολέμου. «Μα έχει στο θεό σας εντολοδόχους ο θάνατος;» (Ν. Καρούζος).

Ο Κολλυβιστής Σαράφης, ντόπιος και ξένος με τα σφουγγοκώλια του, που ρημάζει τη χώρα, χρεώνοντας τις κλεψιές του στους αδύναμους. Νάτος τώρα, καλεί, για τη σωτηρία, λέει, της Πατρίδας, δηλαδή, το αυγάτισμα, ξανά, των άνομων κερδών του. Καλεί, να πληρώσει ο λαός, τα σπασμένα, γιατί, λέει, «μαζί τα φάγαμε». Ουστ, αρχικοπρίτη.

Ο Τυχάλωτος του τζόγου, έτοιμος να κατασπαράξει αυτόν που αποθέτει την πάσαν ελπίδα, της απελπισίας του, στο γύρισμα της τύχης, που θα φέρει ο κουλοχέρης, με τα φρουτάκια, στις γειτονιές, γιατί, λέει, κινδυνεύει η Πατρίδα από το υπέρογκο χρέος μας. Μαζί, λέει κι αυτός, τη χρεώσαμε την Πατρίδα.

Όλοι αυτοί, ένοικοι της ταριχευμένης τους ζωής, κραυγάζουν:

«Σωκράτει Σωφρονίσκου Αλωπεκήθεν… Τίμημα Θάνατος.»


ΤΗ ΧΩΡΑ ΔΕΝ ΤΗΝ ΠΗΡΑΝΕ ΔΕΝ ΤΗΝ ΑΠΟΤΕΛΕΙΩΣΑΝ
ΟΙ ΧΩΡΕΣ ΠΑΙΡΝΟΥΝΤΑΙ ΑΠΟ ΜΑΣ ΚΙ ΑΠ ΤΗΝ ΚΑΚΗ ΜΑΣ ΓΝΩΜΗ (Ζήσιμος Λορεντζάτος)

Δε μιλώ, μόνο, για τις θυσίες του λαού, που αυτοί, οι οποίοι τον ανάγκασαν να τις υποστεί και τις επέβαλαν, ολοφύρονται πως συμπάσχουν μαζί του. Σαν τον ιεροεξεταστή που λέει: αυτό σου το βασανιστήριό, τον ίδιο πόνο προκαλεί και σε μένα.

ΧΑΘΗΚΕ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΑΣ ΛΕΩ! ΧΑΘΗΚΕ Ο ΕΛΛΗΝΑΣ!

ΜΑ ΘΑ ΤΟΝ ΞΑΝΑΒΡΟΥΜΕ. Άλλον δρόμο παίρνοντας. Άλλον σκοπό βαρώντας
Και τότε:

«Χορό τριγύρω σου θα στήσουν
Με βιολιά και με ζουρνάδες
Γύφτοι, Εβραίοι, αράπηδες, πασάδες
Και τα γόνατά τους θα λυγίσουν
Οι τρανοί σου
Και θα γίνουν των ραγιάδων
Οι ραγιάδες...»

(Κωστής Παλαμάς «Ο Δωδεκάλογος του Γύφτου»)