Μετρητής

Κυριακή, Δεκεμβρίου 19, 2010

Ψάχνω χρόνια να τον βρω…

Με την πρώτη ματιά έβλεπε κανείς απλώς μια γριούλα. Έσερνε τα βήματά της στο χιόνι, μόνη, παρατημένη, με σκυμμένο κεφάλι. Όσοι περνούσαν από το πεζοδρόμιο της πόλης αποτραβούσαν το βλέμμα τους, για να μη θυμηθούν ότι τα βάσανα και οι πόνοι δεν σταματούν όταν γιορτάζουμε Χριστούγεννα. Ένα νέο ζευγάρι μιλούσε και γελούσε με τα χέρια γεμάτα από ψώνια και δώρα και δεν πρόσεξαν τη γριούλα. Μια μητέρα με δυο παιδιά βιάζονταν να πάνε στο σπίτι της γιαγιάς. Δεν έδωσαν προσοχή. Ένας παπάς είχε το νου του σε ουράνια θέματα και δεν την πρόσεξε.

Αν πρόσεχαν όλοι αυτοί, θα έβλεπαν ότι η γριά δεν φορούσε παπούτσια. Περπατούσε ξυπόλητη στον πάγο και το χιόνι. Με τα δυο της χέρια η γριούλα μάζεψε το χωρίς κουμπιά παλτό της στο λαιμό. Φορούσε ένα χρωματιστό φουλάρι στο κεφάλι· σταμάτησε στη στάση σκυφτή και περίμενε το λεωφορείο.

Ένας κύριος που κρατούσε μια σοβαρή τσάντα περίμενε κι αυτός στη στάση, αλλά κρατούσε μια απόσταση. Μια κοπέλα περίμενε κι αυτή, κοίταξε πολλές φορές τα πόδια τής γριούλας, δεν μίλησε.

Ήρθε το λεωφορείο και η γριούλα ανέβηκε αργά και με δυσκολία. Κάθισε στο πλαϊνό κάθισμα, αμέσως πίσω από τον οδηγό. Ο κύριος και η κοπέλα πήγαν βιαστικά προς τα πίσω καθίσματα. Ο άντρας που καθόταν δίπλα στη γριούλα στριφογύριζε στο κάθισμα κι έπαιζε με τα δάχτυλά του. «Γεροντική άνοια», σκέφτηκε.

Ο οδηγός είδε τα γυμνά πόδια και σκέφτηκε: «Αυτή η γειτονιά βυθίζεται όλο και πιο πολύ στη φτώχεια. Καλύτερα να με βάλουν στην άλλη γραμμή, της λεωφόρου». Ένα αγοράκι έδειξε τη γριά. «Κοίταξε, μαμά, αυτή η γριούλα είναι ξυπόλυτη». Η μαμά ταράχτηκε και του χτύπησε το χέρι. «Μη δείχνεις τους ανθρώπους, Αντρέα! Δεν είναι ευγενικό να δείχνεις».

«Αυτή θα έχει μεγάλα παιδιά», είπε μια κυρία που φορούσε γούνα. «Τα παιδιά της πρέπει να ντρέπονται». Αισθάνθηκε ανώτερη, αφού αυτή φρόντισε τη μητέρα της.

Μια δασκάλα στη μέση του λεωφορείου στερέωσε τα δώρα που είχε στα πόδια της. «Δεν πληρώνουμε αρκετούς φόρους, για να αντιμετωπίζονται καταστάσεις σαν αυτές;» είπε σε μια φίλη της που ήταν δίπλα της. «Φταίνε οι δεξιοί», απάντησε η φίλη της. «Παίρνουν από τους φτωχούς και δίνουν στους πλούσιους». «Όχι, φταίνε οι άλλοι», μπήκε στη συζήτηση ένας ασπρομάλλης. Με τα προγράμματα πρόνοιας κάνουν τους πολίτες τεμπέληδες και φτωχούς». «Οι άνθρωποι πρέπει να μάθουν ν’ αποταμιεύουν», είπε ένας άλλος που έμοιαζε μορφωμένος. «Αν αυτή η γριά αποταμίευε όταν ήταν νέα, δεν θα υπέφερε σήμερα».

Και όλοι αυτοί ήταν ικανοποιημένοι για την οξύνοιά τους που έβγαλε τέτοια βαθιά ανάλυση.

Αλλά ένας έμπορος αισθάνθηκε προσβολή από τις εξ αποστάσεως μουρμούρες των συμπολιτών του. Έβγαλε το πορτοφόλι του και τράβηξε ένα εικοσάρι. Περπάτησε στο διάδρομο και το έβαλε στο τρεμάμενο χέρι της γριούλας. «Πάρε, κυρία, ν’ αγοράσεις παπούτσια». Η γριούλα τον ευχαρίστησε κι εκείνος γύρισε στη θέση του ευχαριστημένος, που ήταν άνθρωπος της δράσης.

Μια καλοντυμένη κυρία τα πρόσεξε όλα αυτά και άρχισε να προσεύχεται από μέσα της. «Κύριε, δεν έχω χρήματα. Αλλά μπορώ ν’ απευθυνθώ σε σένα. Εσύ έχεις μια λύση για όλα. Όπως κάποτε έριξες το μάννα εξ ουρανού, και τώρα μπορείς να δώσεις ό,τι χρειάζεται η κυρούλα αυτή για τα Χριστούγεννα».

Στην επόμενη στάση ένα παλικάρι μπήκε στο λεωφορείο. Φορούσε ένα χοντρό μπουφάν, είχε ένα καφέ φουλάρι και ένα μάλλινο καπέλο που κάλυπτε και τα αυτιά του. Ένα καλώδιο συνέδεε το αυτί του με μια συσκευή μουσική. Ο νέος κουνούσε το σώμα του με τη μουσική που άκουγε. Πήγε και κάθισε απέναντι στη γριούλα. Όταν είδε τα ξυπόλυτα πόδια της, το κούνημα σταμάτησε. Πάγωσε. Τα μάτια του πήγαν από τα πόδια της γιαγιάς στα δικά του. Φορούσε ακριβά ολοκαίνουργια παπούτσια. Μάζευε λεφτά αρκετό καιρό για να τα αγοράσει και να κάνει εντύπωση στην παρέα. Το παλικάρι έσκυψε και άρχισε να λύνει τα παπούτσια του. Έβγαλε τα εντυπωσιακά παπούτσια και τις κάλτσες. Γονάτισε μπροστά στη γριούλα. «Γιαγιά, είπε, βλέπω ότι δεν έχεις παπούτσια. Εγώ έχω κι άλλα». Προσεκτικά κι απαλά σήκωσε τα παγωμένα πόδια και της φόρεσε πρώτα τις κάλτσες κι ύστερα τα παπούτσια του. Η γριούλα τον ευχαρίστησε συγκινημένη.


Τότε το λεωφορείο έκανε πάλι στάση. Ο νέος κατέβηκε και προχώρησε ξυπόλυτος στο χιόνι. Οι επιβάτες μαζεύτηκαν στα παράθυρα και τον έβλεπαν καθώς βάδιζε προς το σπίτι του. «Ποιος είναι;», ρώτησε ένας. «Πρέπει να είναι άγιος», είπε κάποιος. «Πρέπει να είναι άγγελος», είπε ένας άλλος. «Κοίτα! Έχει φωτοστέφανο στο κεφάλιφώναξε κάποιος. «Είναι ο Χριστόςείπε η ευσεβής κυρία. Αλλά το αγοράκι, που είχε δείξει με το δάχτυλο τη γιαγιά, είπε:

Όχι, μαμά τον είδα πολύ καλά. Ήταν ΑΝΘΡΩΠΟΣ».

(Από την Ξένια Σώντερς)

Τα επεισόδια δεν είναι η είδηση

Τα επεισόδια ήταν κατά τη γνώμη μου αναμενόμενα, από τους γνωστούς αγνώστους, επειδή είχε κόσμο. (…αλήθεια που ήταν οι “αντιεξουσιαστές και επαναστάτες” του φραπέ τις προηγούμενες ημέρες; ξεκουράζονταν στην / με την εξουσία; και πριν φωνάζουν κάποιοι, Υπουργός το είχε πει…) Τα επεισόδια με τα “σπασίματα” έγιναν για να μην κατέβει περισσότερος κόσμος την επόμενη φορά.

Αλλά θα κατέβει. Θα κατέβει γιατί υπάρχει κόσμος όχι στα όρια αλλά βουτηγμένος στην εξαθλίωση στην ανέχεια και στη φτώχεια. Κόσμος δίχως αύριο που κάθε ημέρα γίνεται περισσότερος. Κόσμος που κοιμάται στο δρόμο, δεν έχει όχι να πληρώσει λογαριασμούς αλλά να φάει και είναι οργισμένος. Όχι απλά οργισμένος, εξαγριωμένος γιατί δεν υπάρχει, δεν διαφαίνεται διέξοδος.

Kάθε ημέρα που πάω δουλειά και περπατώ στο κέντρο νέος κόσμος, νέες φάτσες κοιμάται στο πεζοδρόμιο. Ας περπατήσει κάποιος πριν τις 07. 00 στο “ιστορικό κέντρο” ή ας πάει στα συσσίτια…

Σήμερα λοιπόν που είχε κόσμο έπρεπε να σπάσουν τζάμια και να καούν ΙΧ και μηχανές για να αμαυρωθεί η πορεία από τα στρατευμένα κουτορνίθια του φραπέ. Σήμερα όμως υπήρχε και κάτι άλλο. Θυμός μεγάλος θυμός που τον ένιωθες στις φωνές και τον διάβαζες στα μάτια. Ο κόσμος τα “έχει πάρει”.



Η επίθεση πχ στον Χατζηδάκη δεν έγινε από κουκουλουφόρους, όπως και παλαιότερα στον Κακλαμάνη. Μπορεί οι πολιτικοί να σχεδιάζουν και να κάνουν πολιτική αλλά δεν μπορούν πλέον να περπατήσουν ελεύθερα στο δρόμο. Μόνο στα κομματικά ακροατήρια. Γιατί ο κόσμος έχει συσσωρεύσει οργή και η λέξη πολιτικός λειτουργεί ως κόκκινο πανί. Δεν βλέπει διέξοδο, δεν βλέπει προοπτική και το σήμερα όχι το αύριο είναι ζοφερό. Και αυτό είναι το επικίνδυνο. Γατί οι εκρήξεις οργής είναι ανεξέλεγκτες.

Μπορούμε να γράφουμε ότι θέλουμε εδώ ή να υποστηρίζουμε οτιδήποτε. Καταδικάζω τη βία, γιατί δημιουργεί περισσότερα προβλήματα από όσο υποτίθεται ότι λύνει, αλλά αμφιβάλλει κανείς ότι αν ο κόσμος έμπαινε στη Βουλή θα έκανε τα ίδια στους 300; Φαντάζεται πχ κάποιος η επόμενη πορεία να συναντήσει κανένα Πάγκαλο; Οι πολιτικοί μας λοιπόν έχουν φτάσει στο σημείο να διαγράφουν τα όνειρα του κόσμου, να παραδίδουν το αύριο στον εργασιακό Μεσαίωνα και να ρίχνουν το σήμερα στις αλυσίδες της οικονομικής δουλείας.

Και όταν ρώτησα κάποιον γιατί επιτέθηκε στον Χατζηδάκη, ξέρετε ποια ήταν η απάντησή του; Ότι ντρέπεται, ντρέπεται γιατί απολύθηκε τη Δευτέρα και δεν μπορούσε να πάρει δώρο στην κορούλα του για τις γιορτές. Ένας άνθρωπος 40+ που η οργή του έψαχνε εχθρό και το αδιέξοδό του βρίσκει δρόμο στη βία. Που μπορεί κιόλας να έλεγε και ψέματα, αλλά αυτό ήταν το πνεύμα της πορείας. Οργή. Και μιλούν οι πολιτικοί μας: για διαφάνεια, για μαχαίρια και κόκαλα, για αναθεώρηση του Συντάγματος κλπ ενώ κάθε Μαντέλης που ομολογεί ότι τα πήρε και κάθε Τσουκάτος που ομολογεί ότι τα πήγε είναι ελεύθεροι.

Και το κάθε παιδί μας θα πρέπει να δουλεύει έως στα 65+ για 720 €. Ο κάθε γονιός μας να ζητάει βοήθεια στα 75+ γιατί “είναι υπεύθυνος” και του κόπηκε το δώρο και η σύνταξη. Και εμείς να κοιτάμε και η οργή να συσσωρεύεται. Και η έκρηξη να είναι σποραδική αλλά να θεριεύει.

Αν οι βολεμένοι εκπρόσωποί μας δεν ανοίξουν τα μάτια τους, δεν ακούσουν και δεν δουν, τότε τα χειρότερα έρχονται. Δεν μπορεί να νομοθετούν τον “εξορθολογισμό” της σωτηρίας και να πετούν τη χώρα στον Καιάδα της οικονομικής εξάρτησης.

Ιθαγενής

http://archaeopteryxgr.blogspot.com/