Μετρητής

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 10, 2010

ΓΗΡΑΣΚΩ ΑΕΙ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΣ

Το κείμενο αυτό κυκλοφόρησε από χέρι σε χέρι στη «μεγαλειώδη» συγκέντρωση του Εργατικού Κέντρου Βόλου, τον Απρίλη του 2001. Μαζεύτηκαν όλα τα κομματόσκυλα για να δείξουν πως δεν έχουν χάσει την παλιά τους μαχητικότητα.
Ήταν παρών κι ο αιρετός Νομάρχης Μαγνησίας.
Αφού έβγαλε λογύδριο, έτρεξε στη Νομαρχία να παραλάβει το ψήφισμα που θα του φέρνανε οι δοτοί συνδικαλιστές του Εργατικού Κέντρου.
Θεία κωμωδία!
.....................................................................
Πριν δυο χρόνια έστειλαν τα ΜΑΤ εναντίον των «τιμημένων γηρατειών», που είχαν βγει στη σύνταξη αλλά κραύγαζαν πως δεν τους φτάνουν τα λεφτά για να ζήσουν.
Σήμερα αποφάσισαν να χτυπήσουν το μαχαίρι στο κόκαλο. Κατάλαβαν πως οι μόνοι που αντιστέκονται είναι αυτοί που βγαίνουν στη σύνταξη κι έτσι προσπαθούν να βάλουν τέρμα στον απαράδεκτο αυτό θεσμό της συνταξιοδότησης.

Είναι σοφοί αυτοί οι εκσυγχρονιστές της κοινωνίας. Μόλις είδαν ότι οι αργόσχολοι συνταξιούχοι περνάνε άσκοπα την ώρα τους στους δρόμους, διασαλεύοντας την κοινωνική ύπνωση, έβαλαν σε εφαρμογή το «σχέδιο Γιαννίτσης».
Το Γιαννίτση δεν τον ήξερε ούτε η μάνα του μέχρι προχτές, τώρα βρίζουν τη μάνα του όλοι, χωρίς να την ξέρουν την καημένη.

Οι εκσυγχρονιστές του ανέθεσαν να φτιάξει ένα σχέδιο νόμου για το ασφαλιστικό και το συνταξιοδοτικό.
Ο Γιαννίτσης πήρε στο τηλέφωνο τον Τσουκάτο. Αυτός τον παρέπεμψε στον πρώην συνδικαλιστή και πρώην υπουργό, τον Κανελλόπουλο. Δεν ήθελε ο Τσουκάτος να χαραμίσει το «αριστερό» του πρόσωπο.
Ο Κανελλόπουλος είχε πάθει φαρυγγίτιδα απ’ τους αγώνες τόσων χρόνων και τον παρέπεμψε στον άλλο συνδικαλιστή και υπουργό, τον κ. Πρωτόπαπα.
Αυτός είχε πάθει σύγχυση φρενών τα τελευταία χρόνια, με το ανέβασμά του στο θώκο του υπουργού. Δεν ήθελε κιόλας να προδώσει περισσότερο την εργατική τάξη, που υπεράσπισε με «αυτοθυσία» πολλά χρόνια. Του είπε να πάρει στο τηλέφωνο τον πρωθυπουργό.

Ο πρωθυπουργός ήταν στον κήπο με τους φίλους του. Είχαν μαζευτεί όλοι εκεί για να γιορτάσουν την επερχόμενη λύση των προβλημάτων τους.

Η Δάφνη δεν είχε φτιάξει ντολμαδάκια με τα χέρια της, όπως παλιότερα η άλλη κυρία του κακόφημου οίκου, η Μαρίκα. Αυτή παράγγελνε τα φαγητά της στα «ΣΕΙΡΙΟΣ» του Κόκκαλη. Αυτός τους έδινε την εξουσία κι αυτοί του δίνανε δουλειά, για να μην πεινάσει ο καημένος.
Όλοι γεύονταν τους μεζέδες του Κόκκαλη την ώρα που ο κυρ. Γιαννίτσης πήρε τηλέφωνο.
Ο Καραμανλής είχε πέσει με τα μούτρα στο φαΐ και λυπόταν που δεν ήταν αυτός ο οικοδεσπότης. Η Νατάσσα, δίπλα του, του έλεγε με τρόπο να μην τρώει πολύ μέχρι να έρθουν αυτοί στην εξουσία.
- Μην τρως πολύ, Κώστα μου, του έλεγε. Θα μας περάσουν για πειναλέους πασόκους!

Ο Κωνσταντόπουλος, παραδίπλα, είχε φέρει ταπεράκια μαζί του για να πάρει και να φάει κρυφά στο σπίτι του τους μεζέδες του Κόκκαλη. Έπρεπε να καλύψει τους οπαδούς του, που είχαν πέσει με τα μούτρα μέσα στη μαρμίτα του εκσυγχρονισμού. Ήταν ο μόνος μέσα στο χώρο του συνασπισμού της αριστεράς που ήξερε από σαβουάρ βιβρ. Οι οπαδοί του – παλιοί νηστικοί, που παράσταιναν τους κομμουνιστές – είχαν βουλιάξει μέσα στη μαρμίτα που είχε βγάλει στο παζάρι το ΠΑΣΟΚ για να φέρει κι άλλους ξελιγωμένους κοντά του.

Ο Αβραμόπουλος τσιμπολογούσε με αβρές και προσεκτικές κινήσεις απ’ όλους τους μεζέδες. Πίστευε ότι μπορεί να φάει απ’ όλες τις μεριές.

Η Παπαρήγα νήστευε και δεν έτρωγε. Ήταν μεγάλη σαρακοστή για τους κομμουνιστές εδώ και πάρα πολλά χρόνια κι αυτή ήταν πάντα πιστή στις παραδόσεις του κόμματος. Χάρη σ’ αυτή την πίστη της είχε κατακτήσει την εξουσία από τον άγιο Χαρίλαο και είχε χάσει και κάποια κιλά από πάνω της.

Ο Τσοβόλας κοίταζε αλλού. Θυμόταν ακόμα το σύνθημα «Τσοβόλα δώσ’ τα όλα» και δεν μπορούσε ακόμα να φωνάξει πως θέλει να τα φάει όλα.

Άψογος ήταν και ο σοφός πρόεδρος της Δημοκρατίας. Αφού δεν τα κατάφερε να βάλει το κόμμα του μέσα στη Βουλή, τα κατάφερε να πείσει τους πάντες πως υπάρχει δημοκρατία ( όταν αυτός μιλάει ) κυρίως όμως όταν σιωπά, ενώ θα έπρεπε να μιλάει.

Οι συνδαιτυμόνες έστησαν το αυτί τους προσεκτικά στα λόγια της Δάφνης:
- Κώστα μου, σε θέλει ο Γιαννίτσης.
- Τι με θέλει τέτοια ώρα, είπε νευρικά ο Σημίτης και οι ελιές της φάτσας του διογκώθηκαν. Τους έχω πει ότι δεν θέλω να μ’ ενοχλούν τέτοιες ώρες. Κάτι τέτοια με αναγκάζουν να κάνω σαρδάμ στις δημόσιες εμφανίσεις μου.
Σηκώθηκε νευριασμένος, πήρε το τηλέφωνο στο χέρι και φώναξε άγρια στον Πρωτόπαπα:
- Είστε όλοι βλάκες. Σας το έχω πει χιλιάδες φορές, πρέπει να εκτελέσουμε όλες τις εντολές που μας έδωσαν οι σύμμαχοι. Αν δεν το κάνουμε εμείς, θα χάσουμε όσα έχουμε κερδίσει με τον ιδρώτα μας μέχρι σήμερα.
Δεν είχε άδικο ο πρωθυπουργός. Η εμφάνισή του και μόνο έδειχνε πόσο είχε ταλαιπωρηθεί στη διάρκεια του βίου του ώσπου να κατακτήσει το θώκο του πρωθυπουργού. Μισός άντρας είχε καταντήσει. Θυμόταν και κείνη τη μπόμπα που ετοίμαζε στη διάρκεια της χούντας και που δεν κατάφερε ποτέ να τη ρίξει. Τώρα όμως ήταν έτοιμος να τη ρίξει. Η χούντα είχε τανκς τότε, ο λαός ήταν άοπλος σήμερα. Μπορούσε άνετα να δείξει την παλικαριά του.

Ο Γιαννίτσης μίλησε μ’ όλους τους άλλους. Τους μετέφερε το μήνυμα του πρωθυπουργού. Ο Γιαννίτσης κατάλαβε επιτέλους ότι έπρεπε να εκτελέσει τις εντολές της μαύρης βίβλου. Έκατσε κάτω και έφτιαξε το σχέδιο νόμου.
Έγραφε κι έσβηνε για μήνες. Οξυδερκής δεν ήταν, είχε όμως στο πλευρό του όλους εκείνους που ήξεραν να εμπαίζουν το λαό με συνθήματα και υποσχέσεις. Στο τέλος πήγε με χαρά στην κυβερνητική επιτροπή και τους έδειξε το κατασκεύασμά του.
Δεν μπήκαν στον κόπο να κοιτάξουν τις προτάσεις του όλοι οι συνάδελφοί του. Είχαν εμπιστοσύνη ο ένας στον άλλο και δεν έμπαινε κανένας στα χωράφια του αλλουνού.

Ήταν ένα φοβερό σχέδιο νόμου. Αν η χούντα το πρότεινε, είναι σίγουρο πως ακόμα και τα τανκς θα στρέφονταν εναντίον της. Όμως τώρα υπήρχε δημοκρατία και ο λαός είχε μάθει πια, με τη βοήθεια των συνδικαλιστών του, ότι πρέπει να αφήνει τους δημοκρατικά εκλεγμένους εκπροσώπους του να διαχειρίζονται αυτοί τις υποθέσεις του. Οι κομματικοί συνδικαλιστές άμεσα απομόνωναν κάθε εργαζόμενο που λειτουργούσε έξω απ’ τα όρια του κομματικού συνδικαλισμού. Τον θεωρούσαν «διασπαστή» του συνδικαλιστικού κινήματος.
Αυτοί οι «συνδικαλιστές» είχαν ανακαλύψει πάμπολλες μεθόδους εκτόνωσης του θυμού των εργαζομένων. Η προσφιλέστερη όμως ήταν η κήρυξη μιας εικοσιτετράωρης απεργίας.
Κανένας δεν πίστευε πια στην απεργία, δεν ήθελε να αυξήσει τα έσοδα του υπουργείου οικονομικών με τις παρακρατήσεις από το μισθό του. Έτσι τις μέρες εκείνες απεργούσαν μόνο οι «συνδικαλιστές» για να κρατήσουν την επαναστατική τους ταμπέλα. Ο εργαζόμενος λαός έβλεπε καθαρά τα ξεπουλημένα συνδικάτα και δεν είχε καμιά διάθεση να στηρίξει την πολιτική τους. Δεν είχε όμως και το κουράγιο να πετάξει αυτές τις βδέλλες από πάνω του.

Μια νέου τύπου χούντα είχε εγκαθιδρυθεί στη χώρα. Αυτή δεν έβγαλε τανκς στους δρόμους. Έβγαλε κομματικές κλαδικές, κάτι σαν τα ΤΕΑ άλλων εποχών, κι αυτές, χωρίς τουφέκια στα χέρια και κουμπούρες, κατάφεραν να υποτάξουν τη λαϊκή αντίδραση. Μόνο ψιθυριστές υπήρχαν πάλι στην ελληνική κοινωνία. Μπορεί ο πολιτικός λόγος να ήταν κυρίαρχος, αλλά είχαν χαθεί οι πολίτες.
Ο Γιαννίτσης είχε όλα τα χαρίσματα για να περάσει το νέο νομοσχέδιο. Δεν ήταν έξυπνος, δεν τον ήξερε κανένας. Κάτι σαν τον Κουλούρη έμοιαζε, στα πρώτα χρόνια του «σοσιαλισμού».
Πήρε στα χέρια του όλα τα κιτάπια με τις εξαγγελίες του κόμματος τα τελευταία είκοσι χρόνια κι αποφάσισε να προτείνει τα αντίθετα.
Πρώτα αποφάσισε να πετύχει την πολυπόθητη ισότητα των δυο φύλων. «Γυναίκες και άνδρες θα δουλεύουν το ίδιο. Δεν είναι δυνατό να δουλεύουν λιγότερο οι γυναίκες, πρέπει να εξισωθούν με τον άντρα», είπε.
Έδωσε και μπόνους στη γυναίκα. Αν είχε ανήλικα παιδιά, όταν θα έφτανε ο καιρός της συνταξιοδότησης, θα μπορούσε να βγει νωρίτερα στη σύνταξη.
Με χαρά άκουσαν το νέο οι γυναίκες της Ελλάδας. Τώρα πια θα μπορούσαν να κάνουν τα παιδιά τους μετά τα σαρανταπέντε τους, για να βγουν νωρίτερα στη σύνταξη. Μπορούσαν μάλιστα να λύσουν και το πρόβλημα της υπογεννητικότητας. Αν έκανε η καθεμιά δέκα παιδιά, στα σαράντα της θα ήταν συνταξιούχος.

Ο μύθος της Σάρας θα αναβίωνε με νομοθετικό πλαίσιο στις
μέρες μας. Θεός ήταν πια ο «μισός ανήρ».

Μετά ο Γιαννίτσης θέλησε να λύσει το πρόβλημα του ορίου της φτώχιας, που έδιναν κάποιες υπηρεσίες των υπουργείων. Αυτές ισχυρίζονταν ότι το όριο της φτώχιας ήταν οι 170 χιλιάδες δρχ. εισόδημα το μήνα.
Υπήρχαν συνταξιούχοι που έπαιρναν 120 χιλιάδες το μήνα. Αυτοί ήταν υποχρεωμένοι να σέρνονται στις πλατείες και στα παγκάκια για να περάσουν την ώρα τους και προσβάλλανε τη χώρα με τη μιζέρια τους.
Ο Γιαννίτσης αποφάσισε να τους περικόψει αυτή την πενιχρή σύνταξη. Αν παίρνανε μόνο 90 χιλιάδες, δε θα τολμούσαν να βγουν στο δρόμο. Θα μένανε μέσα στο σπίτι τους μέχρι να φτάσει ο χάρος.

Θέλησε να λύσει το πρόβλημα του έκλυτου βίου στη συνέχεια. Είδε πως οι απόμαχοι της εργασίας γέμιζαν τα καφενεία και τα κουτούκια. Αν ανέβαζε το όριο συνταξιοδότησης, οι εργάτες θα πέθαιναν αξιοπρεπώς μέσα στο χώρο της εργασίας τους και θα είχαν την τιμή που τους άξιζε: θα άκουγαν τον επικήδειο απ’ το αφεντικό τους. Τα καφενεία θα κλείνανε σιγά-σιγά κι όλοι θα τρέχανε μέχρι να πεθάνουν για να εξασφαλίσουν τον άνετο βίο των βουλευτών. Άλλωστε κι αυτοί οι καημένοι για τη χώρα μοχθούσαν.
Πριμοδότησε και μ’ άλλο τρόπο την αλλαγή στο συνταξιοδοτικό του νομοσχέδιο. Επέτρεψε στους νέους εργαζόμενους να φύγουν πριν τα εξηνταπέντε τους με σύνταξη, αν έβρισκαν δουλειά από τα δεκαπέντε τους. Ήξερε ο άθλιος υπουργός ότι κανένας από τους νέους δεν θα μπορούσε να βρει δουλειά στα επόμενα χρόνια, όμως αυτός τους έδινε δώρα κάλπικα.
Οι ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρείες έτριβαν τα χέρια τους. Είδαν ότι ήταν λάθος τους που χτυπούσαν το «σοσιαλισμό» όλα τα προηγούμενα χρόνια. Άλλαξαν αμέσως τις φωτεινές επιγραφές έξω από τα γραφεία τους και έβαλαν καινούριες:
«ΙΔΙΩΤΙΚΉ ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ»
«Ο ΦΑΤΑΟΥΛΑΣ»

Ο λαός μουρμούριζε, δεν ξεσηκωνόταν. Ήξερε ότι δεν είχε κανένα κόμμα με το μέρος του. Ένα μικρό κόμμα που είχε συμπαραταχθεί στο πλάι του δεν του ενέπνεε ακόμα την απαραίτητη εμπιστοσύνη. Είχε δει να ξεπηδάνε μέσα από το κόμμα αυτό Δαμανάκια και Σκοτεινιώτηδες, άτομα που απλά κοίταζαν να βολέψουν το σαρκίο τους, πουλώντας την παλιά ιδεολογία τους.
Ήθελε ηγέτες ακόμα ο «εχθρός λαός». Δεν μπορούσε να πάρει στα χέρια του το βούρδουλα και να τσακίσει τα παΐδια σ’ όλους αυτούς τους θεομπαίχτες.
Όμως μουρμούριζε και η μουρμούρα του έφτασε ψηλά, στα κέντρα της εξουσίας.
Η εξουσία έντεχνα άφηνε το Γιαννίτση να ρίχνει τα σκληρά του πυρά. Η αντίδραση των υποτελών θα σταματούσε μόλις οι «συνδικαλιστές» θα έλεγαν στο λαό ότι, μέσα από το διάλογο και μέσα απ’ τους αγώνες των εργαζομένων, η κυβέρνηση πήρε πίσω πολλά από τα σκληρά μέτρα της.
Άτολμος λαός είχε καταντήσει, υπεύθυνος για την κατάντια του.

Σε δυο μέρες κάποιος δημοσιογράφος έκανε μια δύσκολη ερώτηση στον υπουργό Τύπου της κυβέρνησης:
- Θα μειώσει η κυβέρνηση τις συντάξεις των βουλευτών και θα αυξήσει το όριο συνταξιοδότησής τους;
Ξερόβηξε ο υπουργός, όρθωσε το ανάστημά του ατενίζοντας με θράσος τους δημοσιογράφους και είπε:
- Το ξέρετε ότι οι βουλευτές παίρνουν σύνταξη από άλλο ταμείο. Αυτό το ταμείο δεν εμπίπτει σ’ αυτά που θέλουμε να εξυγιάνουμε.
Είχε δίκιο ο υπουργός. Το ταμείο ασφάλισης βουλευτών δεν είχε μαύρες τρύπες. Ο λαός πλήρωνε με συνέπεια τις εισφορές του γι’ αυτό το ταμείο και έτσι οι βουλευτές μπορούσαν να βγουν στη σύνταξη μετά από δυο εκλογικές επιτυχίες.
Το πολύ σε οχτώ χρόνια οι τεμπέληδες της εξουσίας έβγαιναν στη σύνταξη. Για το λαό τους ψήφιζαν νομοσχέδια για ισόβια δουλεία.

Η δουλεία θα συνεχιζόταν πάνω στον πλανήτη με διάφορα πρόσωπα.
Το νέο της πρόσωπο ταυτιζόταν με την παροχή ψευδελευθερίας στους εργαζόμενους δούλους. Οι εργαζόμενοι δεν καταλάβαιναν ότι ήταν δούλοι.
Οι δούλοι της αρχαιότητας το καταλάβαιναν.
Υ.Γ.
Δε νομίζω πως θα ιδρώσει κανένα απ’ όλα αυτά τα πολιτικά και συνδικαλιστικά παχύδερμα, αν δεν υπάρξει συνέχεια των κινητοποιήσεων. Αυτές τις εικοσιτετράωρες απεργίες πάντα τις φοβόμουν. Αφήνουν το χρόνο στις κυβερνήσεις να μηχανευτούν τρόπους αντιμετώπισης των αντιδράσεων.
Μην εμπιστεύεσαι κανένα απ’ αυτούς που ρίχνει μόνο άσφαιρα μηνύματα στην εξουσία.
Κυρίως μην εμπιστεύεσαι αυτούς που είναι ενταγμένοι στο κόμμα συνδικαλιστικά. Είναι σίγουρο ότι θα σε πουλήσουν μια μέρα, γιατί το κόμμα υπηρετούν και όχι εσένα.
Εργαζόμενε, πάρε την υπόθεση στα χέρια σου χωρίς ν’ ακούς τα μεγάλα και ψεύτικα λόγια των κομματικών εργατοπατέρων. Αυτοί μόνο το δικό τους μέλλον χτίζουν.
Το μέλλον της κοινωνίας μόνο Εμείς μπορούμε να το χτίσουμε.


Μη θαρρείς πως η εξουσία είναι κουτή. Έχει πολλά μέσα για να καταστείλει την αντίδρασή σου.
Έχει τα μαγαζάκια της ΓΣΕΕ και της ΑΔΕΔΥ, έχει την ΟΛΜΕ και την ΟΤΟΕ και τα άλλα μαγαζάκια, που θα προσπαθήσουν να καταλαγιάσουν το θυμό σου. Παίζουν τους επαναστάτες τα μαγαζάκια αυτά τούτη τη στιγμή, μια και κατάλαβαν ότι είσαι θυμωμένος.
Μόλις καταλάβουν ότι ο θυμός σου πέφτει, θα σε οδηγήσουν εκεί που τα διατάζουν τ’ αφεντικά τους.
Τα αφεντικά τους είναι επικίνδυνα, τα μαγαζάκια είναι ύπουλα και πανούργα. Προσπαθούν αυτή τη στιγμή να κερδίσουν την εμπιστοσύνη σου, για να σε πουλήσουν μόλις ακουμπήσεις πάλι επάνω τους.

Μάκης Μίχος
Ένας αθεράπευτα ρομαντικός πολίτης

Υ.Γ.
Καταχωνιασμένο το βρήκα το κείμενο.
Όσοι το πήραν στα χέρια τους σίγουρα δεν το διάβασαν.

Οι βολευτές όμως μπορεί να αργούν, αλλά δε λησμονούν…

ΓΗΡΑΣΚΩ ΑΕΙ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΣ

Έχουν περάσει τριάντα χρόνια από τότε.
Είχαμε ιδρύσει την ΑΣΚ,
την Ανεξάρτητη Κίνηση Καθηγητών.
Εδώ στη Μαγνησία μόνο.

Άτομα απ’ όλους τους πολιτικούς χώρους,
από δεξιά μέχρι πολύ αριστερά.

Μας άκουγαν όλοι με προσοχή τότε.
Μετά πήγαιναν και ψήφιζαν τα κομματόσκυλα.

Θυμήθηκα μια πρόταση που είχαμε κάνει τότε
στους «δασκάλους του Γένους».
Προτείναμε να μην πληρώνουμε τα ταμεία
και να μας δίνουν τα λεφτά στο χέρι.
Είχαμε δει από τότε τα κομματικά λαμόγια
να ορμάνε πάνω στα χρήματα αυτά
και να ισχυρίζονται πως τα επενδύουν για μας.

Η πρόταση δεν εισακούστηκε, όπως και καμιά άλλη.
Ο συνδικαλισμός βάδιζε με γοργά κομματικά βήματα.

Γιατί τα θυμήθηκα όλα αυτά;
Φταίει το νέο ασφαλιστικό και συνταξιοδοτικό.
Αυτό που εμπνεύστηκαν τα νέα «σοσιαλιστικά» ρεμάλια.

Ποιος θα προλάβει να βγει στη σύνταξη, αν βρει δουλειά;

ΓΗΡΑΣΚΩ ΑΕΙ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΣ,
όπως έγραφα προφητικά πριν δεκαπέντε χρόνια.
Οι δοσίλογοι του ΠΑΣΟΚ με χλεύαζαν τότε.
Ίσως να με χλευάζουν και σήμερα.

Είναι χορτάτοι αυτοί και με μπάζες!