Μετρητής

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 25, 2009

Δεύτερο απόσπασμα απ’ το ΜΙΧΙΣΤΟΡΗΜΑ

Η επαφή μου όμως με την εκκλησία γινόταν όλο και πιο στενή. Σ’ αυτό συνέβαλε και η παρουσία ενός λαϊκιστή δεσπότη στο Βόλο, του Δαμασκηνού.
Ήταν κάτι σαν και τον «απόγονό» του στην πόλη μετά από πάρα πολλά χρόνια, τον Χριστόδουλο, εκεινού που κατάφερε να αναρριχηθεί στον αρχιεπισκοπικό θρόνο της εκκλησίας της Ελλάδας.
Η πόλη ήταν ανέκαθεν συντηρητική και γι’ αυτό όλες οι θρησκείες έβρισκαν πρόσφορο έδαφος για να αναπτυχθούν. Στην αρχή πρόκοψε η «ορθοδοξία» του κομμουνισμού, μετά ήρθε η ορθοδοξία του χριστιανισμού. Οι δυο συντηρητικές ομάδες αντιμάχονταν για την ποδηγέτηση της κοινωνίας κι έτσι πότε ο Βόλος ονομαζόταν «κόκκινη πόλη» και πότε «χριστοδουλόπολη».

Η αιώνια συντηρητική επαρχία θα συνέχιζε ακάθεκτα το δρόμο της. Οι «διαφορετικοί» είχαν να διαλέξουν δυο δρόμους: να γίνουν ένα με τους συντηρητικούς ή να περιθωριοποιηθούν. Οι περισσότεροι απ’ αυτούς προτιμούσαν το πρώτο. Έτσι κι αλλιώς ελάχιστοι απ’ αυτούς πίστευαν στην αλλαγή της ιστορίας.
Ένας απ’ τους πολλούς λόγους που η ιστορία δε θα άλλαζε ποτέ.

Ο Δαμασκηνός είχε ξεσηκώσει το εκκλησίασμα του Βόλου. Έτσι ξεσήκωσε και μένα.
Στα έντεκά μου, μπορεί και νωρίτερα, είχα πάρει τη μεγάλη μου απόφαση. Θα γινόμουν δεσπότης.

Τα πρότυπα στη μικρή τότε πολιτεία για τους γόνους των φτωχών και των κατατρεγμένων ήταν πολύ λίγα. Ο δάσκαλος, ο καθηγητής, ο στρατιωτικός. Τα ανώτερα επαγγέλματα φαίνονταν απρόσιτα για τους μικρούς ξυπόλυτους. Η δική μου επιλογή ήταν από τις υψηλόστοχες.
Η μάνα μου περηφανευόταν με την επιλογή μου, τον πατέρα τον έβλεπα σκεφτικό. Σκεφτόταν ίσως ότι θα χανόταν το όνομα της…δυναστείας μας.

Εγώ έπεσα σε νέες επιδόσεις, μπήκα στα κατηχητικά. Μαχητικά και ένθερμα. Τέσσερα ολόκληρα χρόνια γέμιζα τις μπαταρίες μου με την ουμανιστική υποκρισία κάποιων ταλαίπωρων θεολόγων, που απλά συμπλήρωναν το εισόδημά τους ή κρατούσαν «επαφές» με το κυρίαρχο πάντα ιερατείο.
Όντως η θητεία μου στα άθλια κατηχητικά μου χάριζε σοφία, μου μάθαινε σιγά - σιγά τι είναι καλό και τι κακό. Πάνω απ’ όλα έμαθα τι είναι το κακό…

Ήμουνα καλός για τους κατηχητές μου, κάποιους Μπουγάδες θυμάμαι. Έπεφτε μια πλύση εγκεφάλου που δεν την ένιωθα τότε, όπως δεν ένιωθαν και οι κομμουνιστές τη δικιά τους πλύση. Όλα τα θρησκεύματα ακολουθούν την ίδια μέθοδο υποδούλωσης μαζών, για να τα κονομήσουν οι «ιερείς» και οι «αρχιερείς» τους.

Οι Μπουγάδες και ο Δαμασκηνός θα με βοήθαγαν να ξεφύγω απ’ τις δαγκάνες του ιερατείου. Ήμουν δεκατέσσερα χρονών πια κι όμως δεν ήξερα τι έχω μέσα στο βρακί μου. Άλλοι την έπαιζαν από καιρό, εγώ νόμιζα ότι ήταν μόνο για κατούρημα. Η εφηβεία εμποδιζόταν απ’ τη θρησκεία. Το σχολείο, το κατηχητικό, ο ναός ήταν τα ενδιαφέροντά μου. Ο στόχος μου ήταν υψηλός...

Στα τέλη της άνοιξης του 1963 έγινε στην Παιδόπολη της Αγριάς η ετήσια γιορτή των κατηχητικών. Την τίμησε με την παρουσία του και ο Δαμασκηνός. Είχαμε ανεβάσει μια μικρή θεατρική παράσταση, όπου έπαιζα πρωταγωνιστικό ρόλο. Δε θυμάμαι πλέον ποιον άγιο υποδυόμουν, φαίνεται όμως ότι ήμουν καλός ηθοποιός, γιατί στο τέλος της παράστασης ο δεσπότης άρπαξε το μικρόφωνο για να μας συγχαρεί. Ιδιαίτερο έπαινο απένειμε σε μένα, έπαινος που συνοδευόταν κι από την απονομή υποτροφίας για σπουδές.
Με ήξερε μέχρι τότε μόνο ως παπαδάκι, όταν λειτουργούσε στον Αϊ-Νικόλα. Εγώ του πήγαινα, μέσα στο ιερό, μια ξέχειλη κούπα με κρασί, για να το δοκιμάσει πριν προχωρήσει στην παρασκευή της θείας κοινωνίας. Την κατέβαζε μονορούφι πλαταγίζοντας τη γλώσσα του και σφουγγίζοντας με το μανίκι του ιερού του ράσου τα κάθυγρα γένια του. Ποτέ όμως μέχρι το βράδυ της γιορτής δεν είχε ρωτήσει να μάθει ποιος είμαι. Το έκανε κείνο το βράδυ, ρώτησε Μπουγάδες και ρασοφόρους κι αυτοί του είπαν ποιος είμαι…

Στ’ άκουσμα της υποτροφίας τρελάθηκα. Συνειδητοποίησα γρήγορα ότι δε ζούσα σ’ όνειρο. Ήξερα ότι οι σπουδές που ήθελα να κάνω ήταν κάτι το δύσκολο έως και ακατόρθωτο για μένα. Τις περισσότερες φορές δεν υπήρχε ούτε φαΐ στο σπίτι και πήγαινα μαζί με την αδελφή μου να φάμε στα υπόγεια του Αϊ-Νικόλα, όπου λειτουργούσαν συσσίτια για τους άπορους της ενορίας. Πού θα βρίσκονταν χρήματα για τις σπουδές; Ο δεσπότης έπεσε πάνω μου ως μάνα εξ ουρανού.

Μας είχαν πάει με λεωφορείο στην Παιδόπολη, που βρισκόταν πέντε χιλιόμετρα έξω απ’ το Βόλο. Διαδρομή ερημική και αρκετά επικίνδυνη για τη νύχτα, προπάντων για πιτσιρικάδες. Ο δρόμος ακολουθούσε τις παραθαλάσσιες υπώρειες της Γορίτσας, του ερωτικού λόφου του Βόλου. Τα πεύκα που φυτέψαμε πιτσιρικάδες πάνω στο βράχο της αναπτύχθηκαν σίγουρα με την άφθονη ροή σπέρματος στις πλαγιές της. Υπήρχε «οικολογική» συνείδηση τότε, τίποτε δεν πήγαινε χαμένο. Ούτε καν το σπέρμα. Η τροφική αλυσίδα λειτουργούσε στην εντέλεια.
Όμως πάνω και γύρω απ’ τη Γορίτσα επικρατούσε σκοτάδι, αγέλευαν αδέσποτα σκυλιά, μερικές φορές κατέβαιναν και λύκοι. Κυρίως όμως κυκλοφορούσαν αδέσποτοι μπανιστηρντζήδες, που απολάμβαναν στα σκοτεινά τις επιδόσεις των ζευγαριών πάνω στο λόφο και αμέτρητοι κωλομπαράδες.
Για τους τελευταίους αυτούς ο Βόλος ήταν περήφανος και εκείνα τα χρόνια διεκδικούσε πανελλήνιο ρεκόρ.

Φυσικά τον τελευταίο αυτό κίνδυνο ελάχιστα τον ξέραμε εμείς οι μισο-έφηβοι και ειδικά εμείς τα χριστιανόπουλα.
Εκείνο που φοβόμουν περισσότερο ήταν το σκοτάδι και τα σκυλιά. Κυρίως τα σκυλιά μου προκαλούσαν πανικό, γιατί, όταν ήμουν πέντε χρονών, το σκυλί μιας γειτόνισσας μου όρμησε και με δάγκωσε άγρια στο γόνατο. Ο φόβος όμως είχε μείνει από κείνες τις φοβερές ενέσεις που μου έκαναν στην κοιλιά. Τα εμβόλια των σκυλιών ήταν άγνωστα εκείνα τα χρόνια, η λύσσα κυκλοφορούσε και προληπτικά έτρωγες τις ενέσεις για να μη λυσσάξεις.

Ήξερα ότι η επιστροφή μας στο Βόλο θα γινόταν στις έντεκα το βράδυ με το λεωφορείο. Η ώρα ήταν εννιάμιση ακόμα κι εγώ δε μπορούσα να κρατήσω μέσα μου κρυμμένη τη χαρά της βράβευσης. Πήρα τη μεγάλη απόφαση. Θα πήγαινα με τα πόδια στο σπίτι, τρέχοντας.
Έκανα ένα τέταρτο να διανύσω τα πέντε χιλιόμετρα. Τα πόδια μου χτύπαγαν στ’ αυτιά μου, η καρδιά μου χτύπαγε σαν ταμπούρλο. Με κρατούσε ζωντανό η σκηνή της αναγγελίας της βράβευσης στους δικούς μου.
Μπήκα ξέπνοος και μ’ ένα χαμόγελο πλατύ να φωτίζει το πρόσωπο. Ο πατέρας έριξε πάνω μου ένα ερευνητικό βλέμμα. Ήξερε ότι θα επιστρέφαμε στις έντεκα.
- Γιατί γύρισες τόσο νωρίς;
- Ήρθα με τα πόδια.
- Μόνος σου;
- Ναι.
Ήταν οι μόνες λέξεις που ανταλλάξαμε και ήρθε το πρώτο σκαμπίλι. Τα μάτια μου θόλωσαν. Όλη μου η χαρά άρχισε να σβήνει. Ακολούθησαν κι άλλες ξυλιές.
Ο πατέρας είχε βρει το ξύλο ως μέθοδο διαπαιδαγώγησης. Πρώτα έδερνε και μετά σε άκουγε. Εφάρμοζε μια πρωτότυπη συνταγή, «όπου δεν πέφτει ξύλο, πίπτει ράβδος».
Ήθελε να βγάλει σωστό άνθρωπο στην κοινωνία...

Κλαίγοντας μ’ αναφιλητά, προσπαθώντας ν’ αποφύγω τη μανία του, κατάφερα να ουρλιάξω:
- Μου έδωσε υποτροφία ο δεσπότης, για να σπουδάσω.
Με κοίταξε με απορία και σταμάτησε την επίθεση. Ζήτησε κατόπιν εορτής να μάθει λεπτομέρειες. Εξιστόρησα με το νι και με το σίγμα τα γεγονότα. Το πρόσωπό μου άρχισε να λάμπει πάλι σιγά-σιγά, τον ξυλοδαρμό τον ξέχασα. Είχα πάθει πια ανοσία απ’ τους ξυλοδαρμούς τόσων χρόνων...
Μαλάκωσε. Πιθανό μετάνιωσε, αλλά συγγνώμη δε μπορούσε τα χρόνια εκείνα να ζητήσει πατέρας από το γιο. Έκανε όμως τότε εκείνο που έπρεπε να έχει κάνει χρόνια πριν, μου μίλησε για τους κωλομπαράδες. Άρχισα να νιώθω μεγάλος.

Την άλλη μέρα με πήρε και πήγαμε στο δεσποτικό. Ζητήσαμε να δούμε το δεσπότη. Αυτός δέχτηκε. Μας υποδέχτηκε με τη γνωστή ψευτο-βυζαντινή του μεγαλοπρέπεια. Γονυκλισίες και χειροφίλημα απ’ τους δυο μας και κατευθείαν στο ψητό. Του είπε ο πατέρας το λόγο της επίσκεψής μας.
- Ξέρω, κύριε, διέκοψε ο δεσπότης. Συγχαρητήρια για το γιο σας. Είναι εξαιρετικό παιδί. Ό,τι υποσχέθηκα θα γίνει. Από σήμερα κιόλας μπορεί να έλθει να μείνει στο οικοτροφείο της Μητρόπολης!
Μιλούσε με στόμφο και με αποφασιστικότητα. Ο πατέρας τα ’χασε. Δεν ήξερε τι να πει. Εξαγριώθηκα για πρώτη φορά στη ζωή μου μπροστά στον πατέρα. Αστραπιαία αποφάσισα να τον υποκαταστήσω. Ο ταπεινός μέχρι τότε ένιωθε να ψηλώνει απότομα. Όρθωσε το ανάστημά του:
- Σεβασμιότατε, έκραξα με κείνη τη βραχνοκοκορίστικη φωνή της εφηβείας, το ξέρετε ότι ζω στο Βόλο και ότι έχω οικογένεια.
- Το ξέρω, παιδί μου, απάντησε αγέρωχα, με κείνη την έπαρση της δύναμης που σίγουρα δεν του εμπιστεύτηκε ο Ιησούς. Αυτή είναι η υποτροφία που σου έταξα χτες βράδυ. Θα ανακουφίσεις τους γονείς σου, που δυσκολεύονται να τα βγάλουν πέρα.
Μούδιασα. Ήθελα να τον βρίσω, μα ήξερα ότι ακόμα και με την υποκατάσταση του πατέρα είχα παραφερθεί. Αλλά δεν άντεχα να μείνω περισσότερο εκεί μέσα. Άνοιξα την πόρτα και την χτύπησα δυνατά πίσω μου βγαίνοντας. Από μέσα μου τον έφτυνα.
Έμαθα αργότερα ότι ο πατέρας ζήτησε συγγνώμη απ’ το δεσπότη και επιφυλάχθηκε να του απαντήσει σε λίγες μέρες. Όταν με βρήκε έξω απ’ το δεσποτικό μου άστραψε πάλι δυο σκαμπίλια, επιδεικτικά, για να το δουν τα τσιράκια του δεσπότη που στέκονταν στην πόρτα. Έπρεπε να κρατήσει τις ισορροπίες. Βαδίζοντας όμως για το σπίτι ένιωθα ότι δεν ήταν και τόσο στενοχωρημένος απ’ τη συμπεριφορά μου. Κάποια στιγμή μάλιστα διαισθάνθηκα ότι μου έριχνε κάποιες κρυφές ματιές θαυμασμού. Έβλεπε ότι ο γιος του άρχιζε να στέκει στα πόδια του, μόνος του, χωρίς «πατερίτσες».

Δε συζητήσαμε καθόλου στο σπίτι τη δεσποτική «υποτροφία». Εγώ μόνο έβριζα και κλωτσούσα ό,τι έβρισκα μπρος μου και στενοχωρούσα τη μάνα, που δε μπορούσε να καταλάβει την πάλη που γινόταν μέσα μου.
Από κείνη τη μέρα η εκκλησία έχασε έναν οπαδό της. Το πρότυπο του δεσπότη έφυγε απ’ το νου μου. Μίσησα το φαρισαϊσμό των ιεραρχών, όπως τον είχε μισήσει και ο ιδρυτής της εκκλησίας.

Με τον Ιησού όμως δεν ξέκοψα.
Θα περνούσαν κάνα δυο χρόνια που θα τον οραματιζόμουν να κατεβαίνει να καθαρίσει τον οίκο του απ’ όλα αυτά τα αρπακτικά.
Με τον Ιησού δεν ξέκοψα ποτέ, ακόμα κι όταν κατάλαβα ότι δεν υπάρχουν θεοί. Από τότε που ένιωσα ότι τους θεούς τους φτιάχνουν τα καθίκια της κοινωνίας για να εκμεταλλευτούν τις μάζες και ταυτόχρονα να ισοπεδώσουν κάθε ιδεολογία.
Ήταν καλός «θεός» ο Ιησούς, κάτι σαν το Σωκράτη. Αργότερα μάλιστα, καθηγητής στην εκπαίδευση, σκέφτηκα να ασχοληθώ με το φαινόμενο Σωκράτη - Ιησού. Όχι τόσο για τα κοινά στη διδασκαλία τους και στον τρόπο ζωής τους, ούτε για τη στάση τους απέναντι στο θάνατο που θα μπορούσαν και οι δυο να αποφύγουν, αν το ήθελαν. Είχα εντοπίσει ακόμα ότι κανένας απ’ τους δυο δε θέλησε ν’ αφήσει πίσω του έστω και ένα γραπτό του κείμενο. Απ’ τους μαθητές και τους αποστόλους τους γνωρίσαμε.
Είχαν καταλάβει άραγε τόσο νωρίς ότι τα λόγια τους και η σκέψη τους δε θα έφερναν καρπούς;
Τον Ιησού τον έχω συνέχεια μέσα μου χωρίς καμιά διάσταση μεταφυσική. Είναι το πρώτο μου εφόδιο στον τραχύ δρόμο που χάραξα. Ίσως και το πιο πολύτιμο.

Το ξέκομμα με την εκκλησία σηματοδοτούσε τη συνέχεια του Γολγοθά. Θα μπορούσα να ’χω πάει με τους «γραμματείς και τους Φαρισαίους» και να είμαι ψηλά σήμερα. Προτίμησα ν’ ακολουθήσω τις δικές μου μυστικές φωνές. Οι φωνές αυτές με έσπρωχναν στο Γολγοθά.

Ο Γολγοθάς ταυτιζόταν πάντα με τον παράδεισο.

Τα γεύτηκα και τα δυο, τα χόρτασα.