Μεγάλη ιστορία, από πού ν’ αρχίσεις και πού να τελειώσεις. Τι να πεις γι’ αυτά τα δυο τσογλάνια που καταδυναστεύουν όλους μας εδώ και χιλιάδες χρόνια.
Η ιστορία παλιά, από τότε που «εφευρέθηκε» η ζωή.
Ήταν τότε που ο Δίας με τ’ αδέλφια του προσπάθησαν να έχουν την εξουσία στα χέρια τους. Ο Κρόνος, που είχε χάσει το θρόνο ανάμεσα στους θεούς, όπως τον είχε χάσει κι ο πατέρας του από τον ίδιο, αποφάσισε να στείλει εναντίον του Δία κακούς δαίμονες και τέρατα κολασμένα …
Ο Ουρανός ήταν ο πρώτος θεός, παντρεύτηκε τη Γη κι έκανε πολλά παιδιά μαζί της, τους Τιτάνες. Φοβόταν πως κάποιο από τα παιδιά του θα του έπαιρνε το θρόνο και γι’ αυτό αποφάσισε να τα κρατήσει μέσα στα σπλάχνα της Γης. Στέναζε η δύσμοιρη η Γη απ’ το βάρος στα σπλάχνα της κι αποφάσισε να εκδικηθεί τον άντρα της με τα παιδιά της. Μέσα στην κοιλιά της έφτιαξε ένα δρεπάνι και πρότεινε στα παιδιά της να πάρουν εκδίκηση απ’ τον πατέρα τους για τα βάσανα της μάνας. Οι Τιτάνες τρόμαξαν με την πρόταση της μάνας και μόνο το στερνοπαίδι, ο Κρόνος, έστερξε στο λόγο της.
Τον έκρυψε τον Κρόνο η μάνα του δίπλα στη νυφική παστάδα κι όταν ο Ουρανός πέταξε τα ρούχα του για να κάνει έρωτα με τη Γη πετάχτηκε ο μικρός και με το δρεπάνι έκοψε τα αχαμνά του πατέρα του και τα πέταξε στη θάλασσα. Απ’ το χυμένο αίμα γεννήθηκαν οι Ερινύες και οι Γίγαντες, απ’ το πέος και τους όρχεις, που πέσανε στη θάλασσα κι ανέβλυζαν το σπέρμα του Κρόνου, αναδύθηκε μέσα σε αφρούς η Αφροδίτη, η ερωτική θεά και πρόγονος του Δία. Αυτή θα γεννούσε τον Έρωτα, τι άλλο θα μπορούσε να γεννήσει άλλωστε με τόσο σπέρμα που κατάπιε στο ταξίδι της από τα Κύθηρα ως την Κύπρο που την ξέβρασαν τα κύματα;
Ο Κρόνος λοιπόν πήρε την εξουσία απ’ τον ανίκανο πατέρα του κι ελευθέρωσε τους αδελφούς του τους Τιτάνες. Φυλάκισε όμως τους Γίγαντες και τους Εκατόγχειρες, γιατί τους θεωρούσε πολύ επικίνδυνους για την εξουσία του. Επικίνδυνη θεωρούσε και την κατάρα του πατέρα του
- Θα πάθεις ό,τι έπαθα κι εγώ από σένα. Ένα απ’ τα παιδιά σου θα σου πάρει το θρόνο.
Ο Κρόνος φοβήθηκε πως αν έκρυβε τα παιδιά του στα σπλάχνα της Ρέας, της γυναίκας του, θα πάθαινε τα ίδια με τον Ουρανό, τον πατέρα του. Σκαρφίστηκε πιο έξυπνο σχέδιο. Κατάπινε άμεσα κάθε παιδί του μόλις γεννιόταν και το καταχώνιαζε μέσα στην απέραντη κοιλιά του. Τα κατάπινε μόλις γεννιόνταν και ήταν αχώνευτα αυτά τα παιδιά, αφού ήταν αθάνατα. Μόνιμη ήταν η βαρυστομαχιά του Κρόνου, αλλά η λατρεία της εξουσίας τον έκανε να την ξεχνάει.
Η μαμά, η Ρέα, σπάραζε που δεν έβλεπε στα σπάργανα κανένα της παιδί. Όταν ήρθε η ώρα της να γεννήσει τον τελευταίο της γιο, τον Δία, πήγε κι αυτή στη μαμά της τη Γη και στον μπαμπά της τον Ουρανό και ζήτησε βοήθεια.
Η Γη και ο Ουρανός πήραν το μέρος της Ρέας, η Γη επειδή είχε πάθει τα ίδια πριν χρόνια, ο Ουρανός επειδή ήθελε να δει το γιο του να παθαίνει ό,τι έπαθε κι ο ίδιος απ’ αυτόν. Είπαν στην κόρη τους να βάλει στα σπάργανα μια πέτρα και η Γη πήρε τον νεογέννητο Δία και τον έφερε στην Κρήτη. Εκεί θα μεγάλωνε ο Δίας με το γάλα μιας κατσίκας, της Αμάλθειας κι όταν ερχόταν αργότερα στην εξουσία θα έστελνε στους θνητούς την αμάθεια …
Ο Κρόνος κατάπιε τον ογκόλιθο και πίστεψε πως κατάπιε άλλο ένα παιδί του. Πού να φανταστεί το καημένο το αρσενικό πως τα θηλυκά έχουν θηλυκό μυαλό; Η μάνα του κατάφερε να ρίξει τον Ουρανό απ’ το θρόνο του, τώρα ήταν η σειρά του γιου της. Η γιαγιά είναι δυο φορές μάνα.
Ο Δίας μεγάλωσε με το γάλα της Αμάλθειας, δυνάμωσε και στο μυαλό και στο κορμί και πήγε και πλακώθηκε με τον πατέρα του. Πιο δυνατός ήταν και πιο νέος, τον νίκησε τον Κρόνο και τον ανάγκασε να ξεράσει τ’ αδέλφια του.
Δυο αντίπαλα στρατόπεδα στήθηκαν, ο Δίας με τ’ αδέρφια του κι ο Κρόνος με τα δικά του, τους Τιτάνες. Η Γη σιμά στα εγγόνια της θα στεκόταν κι όχι δίπλα στο γιο της. Δασκάλεψε το Δία να ελευθερώσει τους Κύκλωπες και τους Εκατόγχειρες και στο πλευρό του στάθηκαν και κάποιοι απ’ τους Τιτάνες. Ανάμεσα και μια Τιτάνα, η Στύγα, με τα τέσσερα παιδιά της, το Κράτος και τη Βία, τον Ζήλο και τη Νίκη. Αλλά και ο Ωκεανός, ο πιο μεγάλος απ’ τους Τιτάνες, πήγε με το μέρος του Δία, πήγε μαζί του κι ο Προμηθέας, ο γιος του Ιαπετού.
Δύσκολη μάχη ανάμεσα στους Τιτάνες, που ταμπουρώθηκαν στο βουνό της Όθρης και στους σύμμαχους του Δία, που πιάσανε το μετερίζι του Ολύμπου. Πιο ψηλός ήταν ο Όλυμπος, είχε δίπλα του ο Δίας και τους Κύκλωπες που του ‘δωσαν τη Βροντή, την Αστραπή και τον Κεραυνό. Έδωσαν και στον Ποσειδώνα την Τρίαινα.
Τη μάχη την κέρδισε ο Δίας με τους συνοδοιπόρους του. Έδωσε στους συνεργάτες του αξιώματα, παντρεύτηκε και την αδερφή του την Ήρα.
Κράτησε στο πλευρό του τη Βία και το Κράτος.
Τον Άτλαντα και τον Προμηθέα τους ξαπόστειλε, τον ένα να κουβαλάει τον Ουρανό στους ώμους του και τον δεύτερο τον έδεσε πάνω στον Καύκασο.
Πάντα η εξουσία ήταν το κίνητρο. Ο Δίας κατάφερε με Κράτος και Βία να κρατηθεί στην εξουσία. Θα κρατούσε την εξουσία ως τα χρόνια του Βυζαντίου, όμως οι αυτοκράτορες της Πόλης, με τη χριστιανική πονηριά, κατάφεραν να προσηλυτίσουν το Κράτος και τη Βία και να τους πάρουν με το μέρος τους.
Από τότε τα δυο αυτά μυθικά τέρατα καταφέρνουν να κρατάνε υποταγμένους τους λαούς στ’ όνομα του … Χριστού.
Υ.Γ.
Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε και σ’ ένα νέο blog, στο οποίο εύχομαι να οδεύσει σε δρόμο προκοπής.
«ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΓΝΩΜΗ» ονομάζεται το νέο blog.
Παρακολουθείστε το.
ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΗΝ ΤΕΤΑΡΤΗ ΕΞΟΥΣΙA ΤΩΝ ΝΤΑΒΑΤΖΗΔΩΝ. ΤΟ ΑΡΝΙ ΕΞΩ ΑΠΟ ΤΟ ΜΑΝΤΡΙ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΤΟ ΦΑΕΙ Ο ΛΥΚΟΣ. ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΜΑΝΤΡΙ ΤΟ ΤΡΩΕΙ ΣΙΓΟΥΡΑ Ο ΤΣΟΠΑΝΟΣ.
Σάββατο, Ιανουαρίου 09, 2010
Δευτέρα, Ιανουαρίου 04, 2010
Άρθρο μου, δημοσιευμένο πριν δυο χρόνια στη ΘΕΣΣΑΛΙΑ.
Μόνο η Λιάνα …
Μεγάλωσα πια και βλέπω πιο καθαρά - όχι πιο ώριμα.
Το Κόμμα - ένα είν’ του κόμμα - παραπαίει ενενήντα χρόνια τώρα, χωρίς ελπίδα. Οι γραμματείς και οι φαρισαίοι που το καθοδήγησαν όλα αυτά τα χρόνια μόνο στη συντήρησή του στόχευαν, μ’ ένα λόγο ξύλινο κι επαναλαμβανόμενο. Αυτός ο λόγος του, με την εμμονή του, το άφηνε να παραπαίει και να κατασκευάζει τα ανδρείκελα εκείνα που λιποτακτούσαν στη συνέχεια μέσα στα αστικά κόμματα, για να γευτούν κι αυτά τη χλιδή τους.
Έγινε μετά τη χούντα προσπάθεια ανανέωσης του ξύλινου λόγου με την ίδρυση του ΚΚΕ εσωτερικού, αλλά αυτή η προσπάθεια εξοντώθηκε απ’ το Κόμμα. Λίγοι απ’ τους οπαδούς της ανανέωσης πήγαν στο Κόμμα, οι πολλοί πήγαν στα σπίτια τους.
Η αιώνια απόγνωση της Αριστεράς!
Το Κόμμα βολοδέρνει τριάντα χρόνια και καμιά ελπίδα δεν έχει να ανεβάσει τα ποσοστά του. Το μόνο που καταφέρνει είναι να στέλνει τα Δαμανάκια ή τους Ανδρουλάκηδες στα έδρανα των κομμάτων της λαϊκής εκμετάλλευσης. Δεν έχει το Κόμμα τα κότσια να προχωρήσει σε αλλαγές. Ούτε τον Άρη Βελουχιώτη έστερξε ούτε και κανέναν άλλο, που πήγαινε ν’ αρθρώσει έναν άλλο λόγο.
Το φαινόμενο των ημερών για το Κόμμα είναι η εισβολή της Λιάνας Κανέλλη.
Δεν είναι κάποιο κοριτσάκι που γαλουχήθηκε μέσα στο Κόμμα κι αναρριχήθηκε αργά και σταθερά στα όργανα του κόμματος (από αφισοκολλήτρια σε πωλήτρια του ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗ κι ύστερα με τη ντουντούκα κι ύστερα … ). Η Λιάνα είχε μια πορεία αντίστροφη, ξεκίνησε από δεξιά και προχώρησε αριστερά. Στο δρόμο της συναντούσε χιλιάδες που προχωρούσαν προς τα δεξιά κι αυτοί όλοι την κοίταζαν με γουρλωμένα μάτια για την αντίρροπη πορεία της.
Ποιος απ’ τους δυο βάδιζε στο σωστό δρόμο δε θα το καταγράψει η Ιστορία. Η Ιστορία θα κατέγραφε τη Λιάνα μόνο αν έμενε στον κληρονομικό της ρόλο, που μπορούσε να την προωθήσει σε υπουργικούς θώκους. Είχε (και έχει) όλα αυτά τα προσόντα που χρειάζεται ένας πολιτικός, κυρίως όμως έχει Λόγο και ξέρει να χειρίζεται το λόγο. Οι περισσότεροι σύγχρονοι πολιτικοί μας δεν έχουν κανένα απ’ αυτά τα δυο ( εξαιρείται ο Βενιζέλος που ξέρει να χειρίζεται το δεύτερο ).
Η Λιάνα λοιπόν κατέληξε να συνεργαστεί με το ΚΚΕ και να του δώσει εκείνους τους προσανατολισμούς Λόγου και λόγου που θα έπρεπε.
Τους πήρε τους προσανατολισμούς το Κόμμα ; Φυσικά όχι, γιατί το Κόμμα έχει τα όργανά του κι αυτά αποφασίζουν για τη μακάρια πορεία του. Κρατάει ακόμα τη διαχρονική στενοκεφαλιά του και δεν αντιλαμβάνεται πως μέσα στο καθεστώς της «δημοκρατίας» που σέρνεται υποχρεωτικά θα έπρεπε να πολεμήσει με όμοια όπλα τους αντιπάλους του. Το βαρύ πυροβολικό του σήμερα είναι η Λιάνα.
Κάποιες φορές οι ιδεολογικές εμμονές έχουν αρνητικά αποτελέσματα στην πορεία ατόμων ή ομάδων και κομμάτων. Αυτές μάλιστα τις μέρες, όπου ο κομματισμός έχει στραφεί σε νέα παιχνίδια ( τύπου Τσίπρα ) και το Κόμμα κινδυνεύει να χάσει όλα τα ερείσματά του στη λαϊκή βάση, είναι επιτακτική η ανάγκη ανάδειξης ενός νέου στίγματος του Κόμματος, χωρίς απεμπόληση των ιδεολογικών του αρχών. Η νέα του εμφάνιση είναι σίγουρο πως θα του δώσει την αναλογούσα δύναμη, που την εκμεταλλεύεται σήμερα ΠΑΣΟΚ και ΣΥ.ΡΙΖ.Α. χωρίς να τη δικαιούνται.
Θα αναρωτηθούν κάποιοι πώς κάποιος, που θεωρούνταν πολέμιος του Κόμματος κάποτε, κάνει σήμερα προτάσεις για την αναγέννησή του. Θα τους απαντούσα ότι δεν υπήρξα ποτέ πολέμιος του Κόμματος, απλά το Κόμμα πολεμούσε κάθε φωνή διαφορετική και μάλιστα οι διώκτες αυτών των φωνών ήταν εκείνοι που έφυγαν πρώτοι για να κυνηγήσουν δόξα και χρήμα κοντά στο τυχοδιωκτικό ΠΑΣΟΚ. Δε χρειάζεται ν’ αναφερθώ σε πρόσωπα, είναι γνωστά και πλούσια πλέον και τ’ αυτί τους δεν ιδρώνει από κριτικές. Κρεμούν ένα ειρωνικό χαμόγελο στο στόμα μόλις τους θυμίσεις την προϊστορία τους …
Επειδή λοιπόν όλα τα άλλα κόμματα έχουν δείξει το νεοφιλελεύθερο προφίλ τους και την κοινή πολιτική τους γραμμή, απομένει στο Κόμμα να χαράξει ένα δρόμο ελπίδας. Αυτό συνεπάγεται πως θα ξεχάσει δικτατορίες προλεταριάτου, θα ξεχάσει εμφυλιοπολεμικές ιστορίες και θα ανεχθεί κάθε αριστερή πρόταση ( μάλιστα τώρα είναι αναγκαίο να ενστερνιστεί αυτές τις προτάσεις ).
Μόνο η Λιάνα μπορεί αυτή τη στιγμή να εγγυηθεί την προκοπή του Κόμματος, η Αλέκα ας κάτσει στο πλάι να αναμασά την «τσίχλα» της. Ο τσαμπουκάς εκείνου του καταληψία πιτσιρικά θα καταρρεύσει κάτω απ’ το Λόγο της Λιάνας, το ίδιο θα πάθουν και οι διάφοροι Βενιζέλοι.
Μπορεί όμως το Κόμμα να κάνει την υπέρβαση στο δογματισμό; Συνειδητοποιεί πως ο κόσμος έχει αλλάξει κι ότι δεν μπορούμε να πείσουμε τον κοσμάκη με τα παλιά συνθήματα «εμπρός, λαέ, μη σκύβεις το κεφάλι. Ο μόνος δρόμος είναι ενότητα και πάλη»;
Αν δεν αποβάλει το Κόμμα αυτά τα κούφια συνθήματα, όσο κι αν δουλέψουν οι μηχανισμοί του θα ψάχνεται στο άμεσο μέλλον να βρει το 3% που χρειάζεται η είσοδος στο κοινοβούλιο. Οι γέροι κομμουνιστές φεύγουν με το πλήρωμα του χρόνου τους, η ΚΝΕ δεν έχει την παλιά της δύναμη να στρατολογήσει νεολαία, όπως στα χρόνια της μεταπολίτευσης. Εκδοτικά συγκροτήματα και κανάλια έχουν επιδοθεί σε μια κούρσα ταχύτητας να κατασκευάσουν το νέο πολιτικό σχήμα που θα αποπλανήσει για άλλη μια φορά τις μάζες. Το Κόμμα άλαλο παρακολουθεί(;)τις νέες μεταλλάξεις της πολιτικής και μουλαρωμένο μένει σταθερό στα πιστεύω του, νομίζοντας πως η απογοήτευση του λαού θα τον στρέψει στα περασμένα.
Ίσως και να έχει κάποια βάση αυτή του η θεώρηση, όλο και περισσότερους αφουγκράζομαι να γίνονται νοσταλγοί της χούντας. Καλώς ή κακώς όμως, αυτή η επάνοδος στο δικτατορικό καθεστώς θεωρείται σήμερα ανέφικτη. Η Ε. Ένωση είναι πολύ «δημοκρατική» και δεν επιτρέπει τέτοιες παρεκτροπές, απ’ την άλλη μεριά έχουν χαθεί οι έντιμοι πατριώτες, που θα μπορούσαν να πατάξουν αυτή τη διαφθορά που έχει ξαπλωθεί στη χώρα και παγκόσμια.
Απομένει στο Κόμμα να κάνει την υπέρβασή του και να στείλει τη Λιάνα στην πρώτη γραμμή. Κεντρικές Επιτροπές και Συνέδρια ας κρατήσουν τον χαρακτήρα τους κι ας δίνουν κατευθυντήριες γραμμές, όμως η Λιάνα θα εκφράζει προς τα έξω τις θέσεις του κόμματος. Ας προσπαθήσουν και τα μέλη του Κόμματος και η νεολαία να πάρουν κάτι απ’ τη σκέψη της Λιάνας κι απ’ τα επιχειρήματά της. Η σκέψη της Αλέκας κοιμίζει το πνεύμα, δεν το εξεγείρει. Αυτή η εξέγερση του πνεύματος είναι το ζητούμενο αυτές τις μέρες που οι Λαζόπουλοι και οι Τριανταφυλλόπουλοι και οι Χαρδαβέλες αποκοιμίζουν καθετί γύρω μας.
Υ.Γ.
Έκανα τη ν πρότασή μου σε κάποιο υψηλόβαθμο στέλεχος του Κόμματος. Η αντίδρασή του ήταν άμεση κι αναμενόμενη : «Δεν μπορεί το κόμμα μας να πάρει αυτό το δρόμο, εμείς έχουμε όργανα και θέσεις …».
Την περίμενα την απάντηση, όπως περιμένω και τον εθελοντικό αφανισμό αυτού του Κόμματος. Ας μην ψάχνει να βρει τους εχθρούς του έξω απ’ το Κόμμα.
Οι εχθροί ήταν εντός των πυλών από τότε που ιδρύθηκε …
Μεγάλωσα πια και βλέπω πιο καθαρά - όχι πιο ώριμα.
Το Κόμμα - ένα είν’ του κόμμα - παραπαίει ενενήντα χρόνια τώρα, χωρίς ελπίδα. Οι γραμματείς και οι φαρισαίοι που το καθοδήγησαν όλα αυτά τα χρόνια μόνο στη συντήρησή του στόχευαν, μ’ ένα λόγο ξύλινο κι επαναλαμβανόμενο. Αυτός ο λόγος του, με την εμμονή του, το άφηνε να παραπαίει και να κατασκευάζει τα ανδρείκελα εκείνα που λιποτακτούσαν στη συνέχεια μέσα στα αστικά κόμματα, για να γευτούν κι αυτά τη χλιδή τους.
Έγινε μετά τη χούντα προσπάθεια ανανέωσης του ξύλινου λόγου με την ίδρυση του ΚΚΕ εσωτερικού, αλλά αυτή η προσπάθεια εξοντώθηκε απ’ το Κόμμα. Λίγοι απ’ τους οπαδούς της ανανέωσης πήγαν στο Κόμμα, οι πολλοί πήγαν στα σπίτια τους.
Η αιώνια απόγνωση της Αριστεράς!
Το Κόμμα βολοδέρνει τριάντα χρόνια και καμιά ελπίδα δεν έχει να ανεβάσει τα ποσοστά του. Το μόνο που καταφέρνει είναι να στέλνει τα Δαμανάκια ή τους Ανδρουλάκηδες στα έδρανα των κομμάτων της λαϊκής εκμετάλλευσης. Δεν έχει το Κόμμα τα κότσια να προχωρήσει σε αλλαγές. Ούτε τον Άρη Βελουχιώτη έστερξε ούτε και κανέναν άλλο, που πήγαινε ν’ αρθρώσει έναν άλλο λόγο.
Το φαινόμενο των ημερών για το Κόμμα είναι η εισβολή της Λιάνας Κανέλλη.
Δεν είναι κάποιο κοριτσάκι που γαλουχήθηκε μέσα στο Κόμμα κι αναρριχήθηκε αργά και σταθερά στα όργανα του κόμματος (από αφισοκολλήτρια σε πωλήτρια του ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗ κι ύστερα με τη ντουντούκα κι ύστερα … ). Η Λιάνα είχε μια πορεία αντίστροφη, ξεκίνησε από δεξιά και προχώρησε αριστερά. Στο δρόμο της συναντούσε χιλιάδες που προχωρούσαν προς τα δεξιά κι αυτοί όλοι την κοίταζαν με γουρλωμένα μάτια για την αντίρροπη πορεία της.
Ποιος απ’ τους δυο βάδιζε στο σωστό δρόμο δε θα το καταγράψει η Ιστορία. Η Ιστορία θα κατέγραφε τη Λιάνα μόνο αν έμενε στον κληρονομικό της ρόλο, που μπορούσε να την προωθήσει σε υπουργικούς θώκους. Είχε (και έχει) όλα αυτά τα προσόντα που χρειάζεται ένας πολιτικός, κυρίως όμως έχει Λόγο και ξέρει να χειρίζεται το λόγο. Οι περισσότεροι σύγχρονοι πολιτικοί μας δεν έχουν κανένα απ’ αυτά τα δυο ( εξαιρείται ο Βενιζέλος που ξέρει να χειρίζεται το δεύτερο ).
Η Λιάνα λοιπόν κατέληξε να συνεργαστεί με το ΚΚΕ και να του δώσει εκείνους τους προσανατολισμούς Λόγου και λόγου που θα έπρεπε.
Τους πήρε τους προσανατολισμούς το Κόμμα ; Φυσικά όχι, γιατί το Κόμμα έχει τα όργανά του κι αυτά αποφασίζουν για τη μακάρια πορεία του. Κρατάει ακόμα τη διαχρονική στενοκεφαλιά του και δεν αντιλαμβάνεται πως μέσα στο καθεστώς της «δημοκρατίας» που σέρνεται υποχρεωτικά θα έπρεπε να πολεμήσει με όμοια όπλα τους αντιπάλους του. Το βαρύ πυροβολικό του σήμερα είναι η Λιάνα.
Κάποιες φορές οι ιδεολογικές εμμονές έχουν αρνητικά αποτελέσματα στην πορεία ατόμων ή ομάδων και κομμάτων. Αυτές μάλιστα τις μέρες, όπου ο κομματισμός έχει στραφεί σε νέα παιχνίδια ( τύπου Τσίπρα ) και το Κόμμα κινδυνεύει να χάσει όλα τα ερείσματά του στη λαϊκή βάση, είναι επιτακτική η ανάγκη ανάδειξης ενός νέου στίγματος του Κόμματος, χωρίς απεμπόληση των ιδεολογικών του αρχών. Η νέα του εμφάνιση είναι σίγουρο πως θα του δώσει την αναλογούσα δύναμη, που την εκμεταλλεύεται σήμερα ΠΑΣΟΚ και ΣΥ.ΡΙΖ.Α. χωρίς να τη δικαιούνται.
Θα αναρωτηθούν κάποιοι πώς κάποιος, που θεωρούνταν πολέμιος του Κόμματος κάποτε, κάνει σήμερα προτάσεις για την αναγέννησή του. Θα τους απαντούσα ότι δεν υπήρξα ποτέ πολέμιος του Κόμματος, απλά το Κόμμα πολεμούσε κάθε φωνή διαφορετική και μάλιστα οι διώκτες αυτών των φωνών ήταν εκείνοι που έφυγαν πρώτοι για να κυνηγήσουν δόξα και χρήμα κοντά στο τυχοδιωκτικό ΠΑΣΟΚ. Δε χρειάζεται ν’ αναφερθώ σε πρόσωπα, είναι γνωστά και πλούσια πλέον και τ’ αυτί τους δεν ιδρώνει από κριτικές. Κρεμούν ένα ειρωνικό χαμόγελο στο στόμα μόλις τους θυμίσεις την προϊστορία τους …
Επειδή λοιπόν όλα τα άλλα κόμματα έχουν δείξει το νεοφιλελεύθερο προφίλ τους και την κοινή πολιτική τους γραμμή, απομένει στο Κόμμα να χαράξει ένα δρόμο ελπίδας. Αυτό συνεπάγεται πως θα ξεχάσει δικτατορίες προλεταριάτου, θα ξεχάσει εμφυλιοπολεμικές ιστορίες και θα ανεχθεί κάθε αριστερή πρόταση ( μάλιστα τώρα είναι αναγκαίο να ενστερνιστεί αυτές τις προτάσεις ).
Μόνο η Λιάνα μπορεί αυτή τη στιγμή να εγγυηθεί την προκοπή του Κόμματος, η Αλέκα ας κάτσει στο πλάι να αναμασά την «τσίχλα» της. Ο τσαμπουκάς εκείνου του καταληψία πιτσιρικά θα καταρρεύσει κάτω απ’ το Λόγο της Λιάνας, το ίδιο θα πάθουν και οι διάφοροι Βενιζέλοι.
Μπορεί όμως το Κόμμα να κάνει την υπέρβαση στο δογματισμό; Συνειδητοποιεί πως ο κόσμος έχει αλλάξει κι ότι δεν μπορούμε να πείσουμε τον κοσμάκη με τα παλιά συνθήματα «εμπρός, λαέ, μη σκύβεις το κεφάλι. Ο μόνος δρόμος είναι ενότητα και πάλη»;
Αν δεν αποβάλει το Κόμμα αυτά τα κούφια συνθήματα, όσο κι αν δουλέψουν οι μηχανισμοί του θα ψάχνεται στο άμεσο μέλλον να βρει το 3% που χρειάζεται η είσοδος στο κοινοβούλιο. Οι γέροι κομμουνιστές φεύγουν με το πλήρωμα του χρόνου τους, η ΚΝΕ δεν έχει την παλιά της δύναμη να στρατολογήσει νεολαία, όπως στα χρόνια της μεταπολίτευσης. Εκδοτικά συγκροτήματα και κανάλια έχουν επιδοθεί σε μια κούρσα ταχύτητας να κατασκευάσουν το νέο πολιτικό σχήμα που θα αποπλανήσει για άλλη μια φορά τις μάζες. Το Κόμμα άλαλο παρακολουθεί(;)τις νέες μεταλλάξεις της πολιτικής και μουλαρωμένο μένει σταθερό στα πιστεύω του, νομίζοντας πως η απογοήτευση του λαού θα τον στρέψει στα περασμένα.
Ίσως και να έχει κάποια βάση αυτή του η θεώρηση, όλο και περισσότερους αφουγκράζομαι να γίνονται νοσταλγοί της χούντας. Καλώς ή κακώς όμως, αυτή η επάνοδος στο δικτατορικό καθεστώς θεωρείται σήμερα ανέφικτη. Η Ε. Ένωση είναι πολύ «δημοκρατική» και δεν επιτρέπει τέτοιες παρεκτροπές, απ’ την άλλη μεριά έχουν χαθεί οι έντιμοι πατριώτες, που θα μπορούσαν να πατάξουν αυτή τη διαφθορά που έχει ξαπλωθεί στη χώρα και παγκόσμια.
Απομένει στο Κόμμα να κάνει την υπέρβασή του και να στείλει τη Λιάνα στην πρώτη γραμμή. Κεντρικές Επιτροπές και Συνέδρια ας κρατήσουν τον χαρακτήρα τους κι ας δίνουν κατευθυντήριες γραμμές, όμως η Λιάνα θα εκφράζει προς τα έξω τις θέσεις του κόμματος. Ας προσπαθήσουν και τα μέλη του Κόμματος και η νεολαία να πάρουν κάτι απ’ τη σκέψη της Λιάνας κι απ’ τα επιχειρήματά της. Η σκέψη της Αλέκας κοιμίζει το πνεύμα, δεν το εξεγείρει. Αυτή η εξέγερση του πνεύματος είναι το ζητούμενο αυτές τις μέρες που οι Λαζόπουλοι και οι Τριανταφυλλόπουλοι και οι Χαρδαβέλες αποκοιμίζουν καθετί γύρω μας.
Υ.Γ.
Έκανα τη ν πρότασή μου σε κάποιο υψηλόβαθμο στέλεχος του Κόμματος. Η αντίδρασή του ήταν άμεση κι αναμενόμενη : «Δεν μπορεί το κόμμα μας να πάρει αυτό το δρόμο, εμείς έχουμε όργανα και θέσεις …».
Την περίμενα την απάντηση, όπως περιμένω και τον εθελοντικό αφανισμό αυτού του Κόμματος. Ας μην ψάχνει να βρει τους εχθρούς του έξω απ’ το Κόμμα.
Οι εχθροί ήταν εντός των πυλών από τότε που ιδρύθηκε …
Κυριακή, Ιανουαρίου 03, 2010
Όχι, δεν έγινα Κνίτης…
ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΤΗΣ ΛΙΑΝΑΣ ΚΑΝΕΛΛΗ ΓΙΑ ΤΟ 2010 ΚΑΙ ΟΛΑ ΑΥΤΑ ΤΑ ΟΠΟΙΑ ΘΑ ΕΡΘΟΥΝ...
Η συζήτηση που άνοιξε μετά την τάχα μου δήθεν «οικολογική» ληστεία «ευαισθησίας» των τελών κυκλοφορίας χρονιάρες μέρες, σε συνδυασμό με τα «mea culpa» του Γ.Α.Π. και τις φανφαρόνικες επισκέψεις υπουργών και άλλων φερωνύμων σε νοσοκομεία και ιδρύματα, είναι το άκρως επικίνδυνο πακέτο του πρωτοχρονιάτικου πραγματικού μηνύματος.
Η ουσία του είναι τόσο βίαιη και τόσο επιθετική όσο οι βόμβες που θερίζουν τους λαούς όπου το μακρύ δυτικό ιμπεριαλιστικό χέρι απλώνεται ν' ανοίξει αγορές. Θέλουν να πουν πότε με διαβουλευτικό, πότε με διορθωτικό, πότε με απολογητικό περιτύλιγμα λόγων πως θα κληθούμε να πληρώνουμε σε λίγο τέλη ύπαρξης.
Δεν είμαστε άνθρωποι, δεν είμαστε εργαζόμενοι, δεν είμαστε παρά μηχανές παραγωγής ενός αόρατου πλούτου που χάνεται στη χοάνη του καπιταλιστικού συστήματος, αφήνοντας ένα ίζημα χρεών, υποχρεώσεων, αδυναμιών, φτώχειας για την πλειονότητα. Θέλουν να πουν πως είμαστε συλλήβδην εισόδημα προς σύλληψη, με οποιοδήποτε τρόπο και μέσον. Εκείνο το προεκλογικό ΚΚΕδικο «έρχεται θύελλα», τόσο σαφές και ειλικρινές, μετατρέπεται ως δήθεν πολιτικός αντίλογος σε «ερχόμαστε καταπάνω σας εργαζόμενοι για να σας... σώσουμε αφανίζοντάς σας...».
Κι ύστερα σου λένε πως είναι γιορτές. Κι είναι «δώρο» η δεκαπενθήμερη παράταση για τα τέλη. Κι είναι κοινωνική συνεισφορά της κρατικής τηλεόρασης να λέει (στο δελτίο ειδήσεων των 6, 30.12.2009) πως οι, άκουσον άκουσον, ειδικοί συστήνουν προς αποφυγή της εορταστικής μελαγχολίας... «να βάζετε στόχους μικρούς και εφικτούς»! Έλεος. Αυτή η χειραγώγηση δεν καταπίνεται με τίποτα. Την πληρώνουμε κι από πάνω. Πρέπει να ζητάμε το ελάχιστο ή το τίποτα για να μην απογοητευτούμε που δε θα το αποκτήσουμε, γιατί η κυρίαρχη τάξη πρέπει να καθορίζει και τα όρια και τα όνειρα και τα τέλη της ύπαρξής μας.
Έτσι ξαναγυρίζουμε, κι αυτό πρέπει να το θεωρούμε πρόοδο, στην προμαρξιστική διαχωριστική γραμμή που θέλει να κόβει τον κοινωνικό ιστό στα δύο.
Επιβίωση - Ζωή. Την πρώτη, τώρα την πλασάρουν ως μοναδικό σκοπό της εργατικής τάξης. Η άλλη, η ζωή, είναι προνόμιο των αστών. Που για να ζουν όπως θέλουν καθορίζουν και την επιβίωση ως εκμεταλλευτές, των ταξικών τους αντιπάλων.
Αυτό το καλεντάρι που ανοίγει κάθε 365 μέρες είναι στην πραγματικότητα μια προκαθορισμένη ημερομηνία ετήσιας τακτοποίησης συμφερόντων, προθεσμιών, κίνησης της αγοράς, υπενθύμισης του ποιος έχει το πάνω χέρι στη μετεξέλιξη πανάρχαιων εορτών συνδυασμένων με τη φύση και την οργανωμένη ζωή.
Είναι οι μέρες που πλουτίζουν οι πωλητές ονείρων, οι διαχειριστές της επιβίωσης και οι επενδυτές της συναισθηματικής ανάγκης του ανθρώπου να γιορτάζει και να θυμάται σε παρέες, σε ευρύτερα από τον πυρήνα της επιβίωσης σχήματα. Κυριαρχεί η ψευδαίσθηση του νέου, του καινούριου, της έμφυτης ελπίδας που μπορεί να υπάρχει χωρίς τη μετατροπή της σε εμπορεύσιμο είδος με ημερομηνία έκλυσης επιθυμιών.
Για τους πολλούς, που επιβιώνουν για να ζήσουν όμως εν τέλει, κι αυτός είναι ο μόχθος του έλλογου όντος, η Πρωτοχρονιά είναι ένα ξόρκι των περασμένων κακών. Όχι αμνησία. Ούτε λήθη. Ούτε άγνοια της κοινής εμπειρίας. Είναι συμβολική ευχή, μια επανέναρξη αγώνων και κόπων. Κι αυτή είναι η βαθιά ανθρώπινη σημασία της. Μια κοινή μέρα ελεύθερης πλοήγησης στο άπαν ως πιθανό και διεκδικήσιμο. Πάντως όχι και ποτέ μια μέρα για ν' αγοράζει κανείς διαφημίσεις ονείρων συσκευασμένων ή για να κατεβάζει τα όνειρά του στο επίπεδο του εφικτού.
ΛΙΑΝΑ ΚΑΝΕΛΛΗ
Η συζήτηση που άνοιξε μετά την τάχα μου δήθεν «οικολογική» ληστεία «ευαισθησίας» των τελών κυκλοφορίας χρονιάρες μέρες, σε συνδυασμό με τα «mea culpa» του Γ.Α.Π. και τις φανφαρόνικες επισκέψεις υπουργών και άλλων φερωνύμων σε νοσοκομεία και ιδρύματα, είναι το άκρως επικίνδυνο πακέτο του πρωτοχρονιάτικου πραγματικού μηνύματος.
Η ουσία του είναι τόσο βίαιη και τόσο επιθετική όσο οι βόμβες που θερίζουν τους λαούς όπου το μακρύ δυτικό ιμπεριαλιστικό χέρι απλώνεται ν' ανοίξει αγορές. Θέλουν να πουν πότε με διαβουλευτικό, πότε με διορθωτικό, πότε με απολογητικό περιτύλιγμα λόγων πως θα κληθούμε να πληρώνουμε σε λίγο τέλη ύπαρξης.
Δεν είμαστε άνθρωποι, δεν είμαστε εργαζόμενοι, δεν είμαστε παρά μηχανές παραγωγής ενός αόρατου πλούτου που χάνεται στη χοάνη του καπιταλιστικού συστήματος, αφήνοντας ένα ίζημα χρεών, υποχρεώσεων, αδυναμιών, φτώχειας για την πλειονότητα. Θέλουν να πουν πως είμαστε συλλήβδην εισόδημα προς σύλληψη, με οποιοδήποτε τρόπο και μέσον. Εκείνο το προεκλογικό ΚΚΕδικο «έρχεται θύελλα», τόσο σαφές και ειλικρινές, μετατρέπεται ως δήθεν πολιτικός αντίλογος σε «ερχόμαστε καταπάνω σας εργαζόμενοι για να σας... σώσουμε αφανίζοντάς σας...».
Κι ύστερα σου λένε πως είναι γιορτές. Κι είναι «δώρο» η δεκαπενθήμερη παράταση για τα τέλη. Κι είναι κοινωνική συνεισφορά της κρατικής τηλεόρασης να λέει (στο δελτίο ειδήσεων των 6, 30.12.2009) πως οι, άκουσον άκουσον, ειδικοί συστήνουν προς αποφυγή της εορταστικής μελαγχολίας... «να βάζετε στόχους μικρούς και εφικτούς»! Έλεος. Αυτή η χειραγώγηση δεν καταπίνεται με τίποτα. Την πληρώνουμε κι από πάνω. Πρέπει να ζητάμε το ελάχιστο ή το τίποτα για να μην απογοητευτούμε που δε θα το αποκτήσουμε, γιατί η κυρίαρχη τάξη πρέπει να καθορίζει και τα όρια και τα όνειρα και τα τέλη της ύπαρξής μας.
Έτσι ξαναγυρίζουμε, κι αυτό πρέπει να το θεωρούμε πρόοδο, στην προμαρξιστική διαχωριστική γραμμή που θέλει να κόβει τον κοινωνικό ιστό στα δύο.
Επιβίωση - Ζωή. Την πρώτη, τώρα την πλασάρουν ως μοναδικό σκοπό της εργατικής τάξης. Η άλλη, η ζωή, είναι προνόμιο των αστών. Που για να ζουν όπως θέλουν καθορίζουν και την επιβίωση ως εκμεταλλευτές, των ταξικών τους αντιπάλων.
Αυτό το καλεντάρι που ανοίγει κάθε 365 μέρες είναι στην πραγματικότητα μια προκαθορισμένη ημερομηνία ετήσιας τακτοποίησης συμφερόντων, προθεσμιών, κίνησης της αγοράς, υπενθύμισης του ποιος έχει το πάνω χέρι στη μετεξέλιξη πανάρχαιων εορτών συνδυασμένων με τη φύση και την οργανωμένη ζωή.
Είναι οι μέρες που πλουτίζουν οι πωλητές ονείρων, οι διαχειριστές της επιβίωσης και οι επενδυτές της συναισθηματικής ανάγκης του ανθρώπου να γιορτάζει και να θυμάται σε παρέες, σε ευρύτερα από τον πυρήνα της επιβίωσης σχήματα. Κυριαρχεί η ψευδαίσθηση του νέου, του καινούριου, της έμφυτης ελπίδας που μπορεί να υπάρχει χωρίς τη μετατροπή της σε εμπορεύσιμο είδος με ημερομηνία έκλυσης επιθυμιών.
Για τους πολλούς, που επιβιώνουν για να ζήσουν όμως εν τέλει, κι αυτός είναι ο μόχθος του έλλογου όντος, η Πρωτοχρονιά είναι ένα ξόρκι των περασμένων κακών. Όχι αμνησία. Ούτε λήθη. Ούτε άγνοια της κοινής εμπειρίας. Είναι συμβολική ευχή, μια επανέναρξη αγώνων και κόπων. Κι αυτή είναι η βαθιά ανθρώπινη σημασία της. Μια κοινή μέρα ελεύθερης πλοήγησης στο άπαν ως πιθανό και διεκδικήσιμο. Πάντως όχι και ποτέ μια μέρα για ν' αγοράζει κανείς διαφημίσεις ονείρων συσκευασμένων ή για να κατεβάζει τα όνειρά του στο επίπεδο του εφικτού.
ΛΙΑΝΑ ΚΑΝΕΛΛΗ
Παλιά αλλά επίκαιρη επιστολή
Επιστολή γραμμένη το έτος 2070
Κάποιοι τη θεωρούν υπερβολική. Δεν ζουν όμως στο 2070 για να ξέρουν...
Είμαστε στο έτος 2070. Είμαι 50 χρονών μα φαίνομαι 85. Έχω πολλά προβλήματα γιατί πίνω πολύ λίγο νερό. Νομίζω πως δε μου μένει πια πολύς καιρός. Σήμερα, είμαι ένας από τους πιο ηλικιωμένους στην κοινωνία που ζω.
Θυμάμαι όταν ήμουν 5 χρονών, υπήρχαν πολλά δέντρα στα πάρκα, τα σπίτια είχαν ωραίους κήπους και μπορούσα να είμαι κάτω από το ντουζ περίπου μια ώρα. Τώρα χρησιμοποιούμε πετσέτες με ορυκτέλαιο για να πλυθούμε.
• Πριν, όλες οι γυναίκες επιδείκνυαν τα όμορφα μαλλιά τους. Τώρα, πρέπει να ξυρίζουμε το κεφάλι για να το διατηρούμε καθαρό χωρίς να χρησιμοποιούμε νερό.
• Πριν, ο πατέρας μου έπλενε το αυτοκίνητο με το λάστιχο του ποτίσματος. Σήμερα, απαγορεύεται αυστηρά από το νόμο τέτοια χρήση.
• Θυμάμαι πως υπήρχαν πολλές διαφημίσεις που έλεγαν ΠΡΟΣΟΧΗ ΣΤΟ ΝΕΡΟ, αλλά κανείς δεν έδινε προσοχή. Οι άνθρωποι πίστευαν πως το νερό είναι ανεξάντλητο.
Σήμερα, όλα τα ποτάμια, τα φράγματα, οι λίμνες και οι υδροφόροι ορίζοντες είναι ανεπανόρθωτα μολυσμένα ή αποξηραμένα. Το τοπίο τριγύρω δεν είναι πια παρά μια απέραντη έρημος. Οι γαστρεντερικές λοιμώξεις, οι δερματοπάθειες και οι κακώσεις του ουροποιητικού είναι οι κυριότερες αιτίες θανάτου.
Η βιομηχανία έχει παραλύσει και το ποσοστό ανεργίας είναι δραματικά υψηλό. Τα εργοστάσια αφαλάτωσης θαλασσινού νερού είναι ο κύριος τομέας απασχόλησης.
Δίνουν στους εργαζόμενους πόσιμο νερό αντί για μισθό. Οι επιθέσεις για ένα μπιτόνι νερό είναι συνεχείς μέσα στους έρημους δρόμους.
Η διατροφή είναι 80% συνθετική.
• Πριν, συνιστούσαν να πίνουμε 8 ποτήρια νερό την ημέρα. Σήμερα, δεν μπορώ να πιω παρά μισό ποτήρι.
• Επειδή δεν μπορούμε να πλύνουμε τα ρούχα μας, τα πετάμε, κάτι που αυξάνει τον όγκο των σκουπιδιών.
• Ξαναγυρίσαμε στη χρησιμοποίηση των βόθρων όπως τον προηγούμενο αιώνα, επειδή οι υπόνομοι δε δουλεύουν πια εξαιτίας της έλλειψης νερού.
Οι άνθρωποι είναι αντιμέτωποι με το φόβο: τα σώματά τους είναι ασθενικά, ζαρωμένα από την αφυδάτωση, πληγιασμένα εξαιτίας της υπεριώδους ακτινοβολίας που δε φιλτράρεται πλέον από την ατμόσφαιρα εξαιτίας της τρύπας του όζοντος.
Εξαιτίας της ξηροδερμίας, μια νέα γυναίκα 20 χρονών φαίνεται 40. Οι επιστήμονες κάνουν έρευνες, αλλά δεν υπάρχει καμιά λύση ορατή. Δεν μπορούμε να κατασκευάσουμε νερό...
Το οξυγόνο επίσης έχει μειωθεί εξαιτίας της έλλειψης δέντρων, κάτι το οποίο μειώνει το νοητικό επίπεδο των νέων γενεών.
Η μορφολογία των σπερματοζωαρίων ενός μεγάλου αριθμού ατόμων έχει αλλάξει, κάτι το οποίο επιφέρει πολλές γεννήσεις παιδιών θυμάτων της ανεπάρκειας, των μεταλλάξεων και των δυσμορφιών.
Η κυβέρνηση μάς υποχρεώνει να πληρώνουμε για τον αέρα που αναπνέουμε, 137 m3 το άτομο την ημέρα. Αυτοί που δεν μπορούν να πληρώσουν διώχνονται από τις "ζώνες αερισμού", που είναι εξοπλισμένες με γιγάντιους μηχανικούς πνεύμονες που δουλεύουν με ηλιακή ενέργεια.
• Ο αέρας δεν είναι πολύ καλής ποιότητας, αλλά τουλάχιστον μπορούμε να αναπνέουμε.
• Ο μέσος όρος ζωής είναι τα 35 χρόνια.
• Μερικές χώρες πέτυχαν να διαφυλάξουν νησίδες βλάστησης με καθαρό τρεχούμενο νερό. Αυτές οι ζώνες επιβλέπονται πολύ στενά από τον στρατό.
• Το νερό έγινε ένα είδος σπάνιο, ένας θησαυρός ανεκτίμητος, πολύ περισσότερο από τον χρυσό ή τα διαμάντια. Εδώ όμως, δεν υπάρχουν πια δέντρα γιατί δε βρέχει σχεδόν ποτέ. Και όταν αρχίζει να βρέχει, δεν πέφτει παρά όξινη βροχή.
• Δεν υπάρχουν πλέον εποχές εξαιτίας των κλιματικών αλλαγών (φαινόμενο του θερμοκηπίου) από τις δραστηριότητες του ανθρώπου του 20ου αιώνα που μόλυναν το περιβάλλον.
Και όμως είχαμε προβλέψει ότι έπρεπε να φροντίσουμε το περιβάλλον μας, αλλά κανείς δεν έκανε τίποτα.
Όταν η κόρη μου με ρωτάει να της αφηγηθώ πώς ήταν όταν εγώ ήμουν νέος, της διηγούμαι πώς τα δάση ήταν όμορφα.
Της μιλάω για τη βροχή, τα λουλούδια, την ευχαρίστηση του να κολυμπάς και να ψαρεύεις στα ποτάμια και τις λίμνες και του να πίνεις όσο νερό θέλεις! Και για την καλή υγεία των ανθρώπων...
Με ρωτάει:
- Μπαμπά! Γιατί δεν υπάρχει πια νερό;
Έχω λοιπόν ένα κόμπο στο λαιμό...
Δεν μπορώ να σταματήσω να με θεωρώ ένοχο, γιατί ανήκω στη γενεά που ολοκλήρωσε την καταστροφή του περιβάλλοντος, μη παίρνοντας στα σοβαρά τις αμέτρητες προειδοποιήσεις.
Ανήκω στην τελευταία γενεά που θα μπορούσε να αλλάξει την πορεία των πραγμάτων, αλλά αποφάσισε διαφορετικά.
Σήμερα τα παιδιά μας το πληρώνουν ακριβά...
Ειλικρινά, πιστεύω πως η ζωή πάνω σ' αυτή τη γη δε θα είναι δυνατή από δω και πέρα γιατί η καταστροφή του περιβάλλοντος έφτασε σ' ένα σημείο όπου δεν έχει επιστροφή.
Πώς θα ήθελα να γυρίσω πίσω και με κάποιο τρόπο να έκανα να καταλάβει ολόκληρη η ανθρωπότητα... Στη στιγμή εκείνη που μπορούμε ακόμα να κάνουμε κάτι για να σώσουμε τον πλανήτη μας!
Γνωρίστε αυτό το γράμμα σε όσους μπορείτε! Δε θα είναι παρά το ελάχιστο για το ξύπνημα της παγκόσμιας συνείδησης και της ανάγκης για τη σωτηρία του νερού.
Αυτό εδώ δεν είναι παιχνίδι, είναι ήδη η δική μας πραγματικότητα. Κάντε το για τα παιδιά σας. Και εάν δεν έχετε ακόμα, ίσως μια μέρα να έχετε.
Μην τους αφήσουμε μια κόλαση για κληρονομιά... Ας τους αφήσουμε τη ζωή!
Υ.Γ.
Είναι αισιόδοξη η επιστολή.
Μιλάει για το 2070.
Ίσως να ήταν εμπνευσμένη απ’ τον αριβισμό του Τρεμόπουλου
ή του Βολιώτη και του Χρυσόγελου.
Ίσως να αναφέρεται στους λίγους που θα καταφέρουν
να ζήσουν άλλα εξήντα χρόνια από σήμερα.
Κάποιοι τη θεωρούν υπερβολική. Δεν ζουν όμως στο 2070 για να ξέρουν...
Είμαστε στο έτος 2070. Είμαι 50 χρονών μα φαίνομαι 85. Έχω πολλά προβλήματα γιατί πίνω πολύ λίγο νερό. Νομίζω πως δε μου μένει πια πολύς καιρός. Σήμερα, είμαι ένας από τους πιο ηλικιωμένους στην κοινωνία που ζω.
Θυμάμαι όταν ήμουν 5 χρονών, υπήρχαν πολλά δέντρα στα πάρκα, τα σπίτια είχαν ωραίους κήπους και μπορούσα να είμαι κάτω από το ντουζ περίπου μια ώρα. Τώρα χρησιμοποιούμε πετσέτες με ορυκτέλαιο για να πλυθούμε.
• Πριν, όλες οι γυναίκες επιδείκνυαν τα όμορφα μαλλιά τους. Τώρα, πρέπει να ξυρίζουμε το κεφάλι για να το διατηρούμε καθαρό χωρίς να χρησιμοποιούμε νερό.
• Πριν, ο πατέρας μου έπλενε το αυτοκίνητο με το λάστιχο του ποτίσματος. Σήμερα, απαγορεύεται αυστηρά από το νόμο τέτοια χρήση.
• Θυμάμαι πως υπήρχαν πολλές διαφημίσεις που έλεγαν ΠΡΟΣΟΧΗ ΣΤΟ ΝΕΡΟ, αλλά κανείς δεν έδινε προσοχή. Οι άνθρωποι πίστευαν πως το νερό είναι ανεξάντλητο.
Σήμερα, όλα τα ποτάμια, τα φράγματα, οι λίμνες και οι υδροφόροι ορίζοντες είναι ανεπανόρθωτα μολυσμένα ή αποξηραμένα. Το τοπίο τριγύρω δεν είναι πια παρά μια απέραντη έρημος. Οι γαστρεντερικές λοιμώξεις, οι δερματοπάθειες και οι κακώσεις του ουροποιητικού είναι οι κυριότερες αιτίες θανάτου.
Η βιομηχανία έχει παραλύσει και το ποσοστό ανεργίας είναι δραματικά υψηλό. Τα εργοστάσια αφαλάτωσης θαλασσινού νερού είναι ο κύριος τομέας απασχόλησης.
Δίνουν στους εργαζόμενους πόσιμο νερό αντί για μισθό. Οι επιθέσεις για ένα μπιτόνι νερό είναι συνεχείς μέσα στους έρημους δρόμους.
Η διατροφή είναι 80% συνθετική.
• Πριν, συνιστούσαν να πίνουμε 8 ποτήρια νερό την ημέρα. Σήμερα, δεν μπορώ να πιω παρά μισό ποτήρι.
• Επειδή δεν μπορούμε να πλύνουμε τα ρούχα μας, τα πετάμε, κάτι που αυξάνει τον όγκο των σκουπιδιών.
• Ξαναγυρίσαμε στη χρησιμοποίηση των βόθρων όπως τον προηγούμενο αιώνα, επειδή οι υπόνομοι δε δουλεύουν πια εξαιτίας της έλλειψης νερού.
Οι άνθρωποι είναι αντιμέτωποι με το φόβο: τα σώματά τους είναι ασθενικά, ζαρωμένα από την αφυδάτωση, πληγιασμένα εξαιτίας της υπεριώδους ακτινοβολίας που δε φιλτράρεται πλέον από την ατμόσφαιρα εξαιτίας της τρύπας του όζοντος.
Εξαιτίας της ξηροδερμίας, μια νέα γυναίκα 20 χρονών φαίνεται 40. Οι επιστήμονες κάνουν έρευνες, αλλά δεν υπάρχει καμιά λύση ορατή. Δεν μπορούμε να κατασκευάσουμε νερό...
Το οξυγόνο επίσης έχει μειωθεί εξαιτίας της έλλειψης δέντρων, κάτι το οποίο μειώνει το νοητικό επίπεδο των νέων γενεών.
Η μορφολογία των σπερματοζωαρίων ενός μεγάλου αριθμού ατόμων έχει αλλάξει, κάτι το οποίο επιφέρει πολλές γεννήσεις παιδιών θυμάτων της ανεπάρκειας, των μεταλλάξεων και των δυσμορφιών.
Η κυβέρνηση μάς υποχρεώνει να πληρώνουμε για τον αέρα που αναπνέουμε, 137 m3 το άτομο την ημέρα. Αυτοί που δεν μπορούν να πληρώσουν διώχνονται από τις "ζώνες αερισμού", που είναι εξοπλισμένες με γιγάντιους μηχανικούς πνεύμονες που δουλεύουν με ηλιακή ενέργεια.
• Ο αέρας δεν είναι πολύ καλής ποιότητας, αλλά τουλάχιστον μπορούμε να αναπνέουμε.
• Ο μέσος όρος ζωής είναι τα 35 χρόνια.
• Μερικές χώρες πέτυχαν να διαφυλάξουν νησίδες βλάστησης με καθαρό τρεχούμενο νερό. Αυτές οι ζώνες επιβλέπονται πολύ στενά από τον στρατό.
• Το νερό έγινε ένα είδος σπάνιο, ένας θησαυρός ανεκτίμητος, πολύ περισσότερο από τον χρυσό ή τα διαμάντια. Εδώ όμως, δεν υπάρχουν πια δέντρα γιατί δε βρέχει σχεδόν ποτέ. Και όταν αρχίζει να βρέχει, δεν πέφτει παρά όξινη βροχή.
• Δεν υπάρχουν πλέον εποχές εξαιτίας των κλιματικών αλλαγών (φαινόμενο του θερμοκηπίου) από τις δραστηριότητες του ανθρώπου του 20ου αιώνα που μόλυναν το περιβάλλον.
Και όμως είχαμε προβλέψει ότι έπρεπε να φροντίσουμε το περιβάλλον μας, αλλά κανείς δεν έκανε τίποτα.
Όταν η κόρη μου με ρωτάει να της αφηγηθώ πώς ήταν όταν εγώ ήμουν νέος, της διηγούμαι πώς τα δάση ήταν όμορφα.
Της μιλάω για τη βροχή, τα λουλούδια, την ευχαρίστηση του να κολυμπάς και να ψαρεύεις στα ποτάμια και τις λίμνες και του να πίνεις όσο νερό θέλεις! Και για την καλή υγεία των ανθρώπων...
Με ρωτάει:
- Μπαμπά! Γιατί δεν υπάρχει πια νερό;
Έχω λοιπόν ένα κόμπο στο λαιμό...
Δεν μπορώ να σταματήσω να με θεωρώ ένοχο, γιατί ανήκω στη γενεά που ολοκλήρωσε την καταστροφή του περιβάλλοντος, μη παίρνοντας στα σοβαρά τις αμέτρητες προειδοποιήσεις.
Ανήκω στην τελευταία γενεά που θα μπορούσε να αλλάξει την πορεία των πραγμάτων, αλλά αποφάσισε διαφορετικά.
Σήμερα τα παιδιά μας το πληρώνουν ακριβά...
Ειλικρινά, πιστεύω πως η ζωή πάνω σ' αυτή τη γη δε θα είναι δυνατή από δω και πέρα γιατί η καταστροφή του περιβάλλοντος έφτασε σ' ένα σημείο όπου δεν έχει επιστροφή.
Πώς θα ήθελα να γυρίσω πίσω και με κάποιο τρόπο να έκανα να καταλάβει ολόκληρη η ανθρωπότητα... Στη στιγμή εκείνη που μπορούμε ακόμα να κάνουμε κάτι για να σώσουμε τον πλανήτη μας!
Γνωρίστε αυτό το γράμμα σε όσους μπορείτε! Δε θα είναι παρά το ελάχιστο για το ξύπνημα της παγκόσμιας συνείδησης και της ανάγκης για τη σωτηρία του νερού.
Αυτό εδώ δεν είναι παιχνίδι, είναι ήδη η δική μας πραγματικότητα. Κάντε το για τα παιδιά σας. Και εάν δεν έχετε ακόμα, ίσως μια μέρα να έχετε.
Μην τους αφήσουμε μια κόλαση για κληρονομιά... Ας τους αφήσουμε τη ζωή!
Υ.Γ.
Είναι αισιόδοξη η επιστολή.
Μιλάει για το 2070.
Ίσως να ήταν εμπνευσμένη απ’ τον αριβισμό του Τρεμόπουλου
ή του Βολιώτη και του Χρυσόγελου.
Ίσως να αναφέρεται στους λίγους που θα καταφέρουν
να ζήσουν άλλα εξήντα χρόνια από σήμερα.
Κερασιάς συνέχεια…
Αγρότισσα η πεθερά μου και μεγάλη στα χρόνια.
Άκουσε προχτές αυτά που έλεγα για την κερασιά
κι αμέσως πετάχτηκε και ξεστόμισε:
- Έτσ’ φουσκώνουν τα δέντρα του χειμώνα.
Δεν αντιμίλησα γιορτάρες μέρες.
Σήμερα βγήκε ο μικρός γιος στην αυλή
κι έφερε το μαντάτο:
- Άνθισαν λουλούδια στην κερασιά!
Αναμενόμενο για μένα κι οδυνηρό.
Στο χτήμα του γείτονα οι μυγδαλιές,
χωρίς να έχουν ρίξει τα παλιά τους φύλλα,
έχουν αρχίσει να βγάζουν τα καινούρια.
Στο Σέσκλο άνθισαν οι παπαρούνες, Δεκέμβρη μήνα.
Ξέχασαν την αγρανάπαυσή τους τα δέντρα,
ξέχασαν και τη χειμέρια νάρκη τους.
Πόσο θ’ αντέξουν χωρίς ύπνο;
Υ.Γ.
Ας μη στενοχωριούνται οι αστοί.
Τέλος του Γενάρη θα φάνε κεράσια ντόπια…
Άκουσε προχτές αυτά που έλεγα για την κερασιά
κι αμέσως πετάχτηκε και ξεστόμισε:
- Έτσ’ φουσκώνουν τα δέντρα του χειμώνα.
Δεν αντιμίλησα γιορτάρες μέρες.
Σήμερα βγήκε ο μικρός γιος στην αυλή
κι έφερε το μαντάτο:
- Άνθισαν λουλούδια στην κερασιά!
Αναμενόμενο για μένα κι οδυνηρό.
Στο χτήμα του γείτονα οι μυγδαλιές,
χωρίς να έχουν ρίξει τα παλιά τους φύλλα,
έχουν αρχίσει να βγάζουν τα καινούρια.
Στο Σέσκλο άνθισαν οι παπαρούνες, Δεκέμβρη μήνα.
Ξέχασαν την αγρανάπαυσή τους τα δέντρα,
ξέχασαν και τη χειμέρια νάρκη τους.
Πόσο θ’ αντέξουν χωρίς ύπνο;
Υ.Γ.
Ας μη στενοχωριούνται οι αστοί.
Τέλος του Γενάρη θα φάνε κεράσια ντόπια…
Παρασκευή, Ιανουαρίου 01, 2010
Ανακοίνωση του Δικτύου για τα πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα


Ανακοίνωση
Για τον εμπρησμό σπιτιού στο Πήλιο
Το βράδυ του Σαββάτου 26/12, στον Άγιο Λαυρέντιο Πηλίου, το διώροφο σπίτι δύο νέων ανθρώπων, που πριν από τρία χρόνια μετακόμισαν από την Αθήνα στο χωριό επιλέγοντας να ζήσουν μια άλλη ποιότητα ζωής, τυλίχθηκε στις φλόγες και καταστράφηκε ολοσχερώς. Η επίσημη άποψη της πυροσβεστικής – έτσι όπως διατυπώθηκε στο νεαρό ζευγάρι, αλλά και στη δικηγόρο τους- είναι ότι πρόκειται για εμπρησμό.
Επειδή πολλοί και πολλές από όσους και όσες εμπλεκόμαστε με τα κοινά της μικρής μας κοινωνίας έχουμε συναντήσει πολλές φορές τους δύο αυτούς νέους ανθρώπους να συμμετέχουν ενεργά σε ποικίλες δραστηριότητες κοινωνικής ευαισθησίας και αλληλεγγύης, σε δράσεις έμπρακτης υποστήριξης ευάλωτων κοινωνικών ομάδων, σε πρωτοβουλίες ανάδειξης περιβαλλοντικών και οικολογικών ζητημάτων, σε προσπάθειες συγκρότησης τοπικών και εργασιακών συλλογικοτήτων...
... και επειδή η αναμφισβήτητη αντιπάθεια -εξαιρετικά μειοψηφικής- μερίδας Πηλιορειτών προς κάθε τι «ξένο», δεν μας επαρκεί για να εξηγήσουμε τον εμπρησμό...
... δηλώνουμε απερίφραστα την αμέριστη αλληλεγγύη μας προς τους δύο αυτούς νέους ανθρώπους, που φαίνεται να στοχοποιούνται από «αγνώστους» λόγω της κοινωνικής τους ευαισθησίας και δράσης.
Βόλος, 31 Δεκέμβρη 2009
Σχόλιο πάνω στην ανακοίνωση:
Ήπια και προσεκτική η ανακοίνωση του Δικτύου.
Εγώ απλά παραθέτω την άποψη του Ζαν Ζακ Ρουσώ:
Στη φυσική κοινωνία ο άνθρωπος αισθάνεται κάποιον δικό του μόνο εφόσον τον γνωρίζει φυσιογνωμικά – ή τουλάχιστον αυτούς με τους οποίους έχει συγγένεια αίματος ή μύθου . Όποιος βρίσκεται έξω από την οικογενειακή , συγγενική ή φυλετική δομή είναι ξένος , καθώς ενσαρκώνει τη ριζική διαφορετικότητα , το απρόβλεπτο , την απειλή , γι’ αυτό, όπως συμβαίνει στη φύση , πολεμιέται , κυνηγιέται - αν δε σκοτώνεται .
Επομένως η φυσική κοινωνία είναι μια πρωτόγονη και αδύναμη μικρή κοινωνία , της οποίας υπολείμματα , στην Ευρώπη τουλάχιστον , υπάρχουν ακόμα και σήμερα κυρίως στα ορεινά και νησιωτικά μέρη .
Αυτά έγραφε ο Ζαν Ζακ Ρουσώ πριν διακόσια πενήντα χρόνια .
Το ίδιο γινόταν και πριν χιλιάδες χρόνια .
Αυτό που γίνεται μέχρι και σήμερα .
Είπε κανένας πως διώξαμε το Ζώο από μέσα μας ;
Τετάρτη, Δεκεμβρίου 30, 2009
Η κερασιά
Νιώθω…χαρούμενος σήμερα.
Πριν λίγες μόνο μέρες η κερασιά έχασε τα φύλλα της.
Σήμερα παρατήρησα πως τα μπουμπούκια της
είναι έτοιμα ν’ ανοίξουν.
Αν οι νοτιάδες κρατήσουν λίγες μέρες ακόμη
θ’ ανθίσει και θα ‘χουμε, καθυστερημένα λίγο,
το χριστουγεννιάτικο δέντρο στολισμένο.
Οι νταβατζήδες της ενημέρωσης μας πρήξανε:
«ο καιρός πολύ καλός και σύμμαχος των εκδρομέων».
Τον κακό τους τον καιρό!
Ο κοσμάκης δε χαμπαρίζει τίποτε.
Μόνο κάποιοι σοφοί γέροντες του χωριού
κουνάνε με θλίψη το κεφάλι τους
και καταπίνουν την πίκρα τους.
Ανήκω στους γέροντες πλέον…
Πριν λίγες μόνο μέρες η κερασιά έχασε τα φύλλα της.
Σήμερα παρατήρησα πως τα μπουμπούκια της
είναι έτοιμα ν’ ανοίξουν.
Αν οι νοτιάδες κρατήσουν λίγες μέρες ακόμη
θ’ ανθίσει και θα ‘χουμε, καθυστερημένα λίγο,
το χριστουγεννιάτικο δέντρο στολισμένο.
Οι νταβατζήδες της ενημέρωσης μας πρήξανε:
«ο καιρός πολύ καλός και σύμμαχος των εκδρομέων».
Τον κακό τους τον καιρό!
Ο κοσμάκης δε χαμπαρίζει τίποτε.
Μόνο κάποιοι σοφοί γέροντες του χωριού
κουνάνε με θλίψη το κεφάλι τους
και καταπίνουν την πίκρα τους.
Ανήκω στους γέροντες πλέον…
Τρίτη, Δεκεμβρίου 29, 2009
Καιρός για διαφήμιση
Πρέπει να διαφημίσω κάποιο έντυπο.
Το Sarajevo, μηνιαία περιοδική έκδοση κάποιων σκεπτόμενων νέων της Θεσσαλονίκης.
Νιώθω ευτυχής που υπάρχουν ακόμη τέτοιοι νέοι...
μια εποχή στην κόλαση
Don’t call me December. Δεν γιορτάζω τίποτα. Oύτε δέχομαι επισκέψεις. Πενθώ.
Mαθαίνω τους φόβους μου. Mαθαίνω τους φόβους σου.
Tα λέιζερ τρυπάνε τα μηνίγγια. Tο στομάχι ένα κουβάρι με τα έντερα. Ψάχνουμε να βρούμε την πιο έρημη άκρη στον Δ του Kενταύρου. Θα κάτσουμε δίπλα δίπλα, σφίγγοντας ο ένας την μέση του άλλου, και θα κοιτάμε τα χνώτα μας να χάνονται στο μισόφωτο. Kι ύστερα, όταν η σιωπή μας θα διατρέχει το μεγάλο διάστημα, θα φτάσει καταπάνω μας μια άλλη σιωπή, κι έτσι θα ξέρουμε ότι υπάρχουν κι άλλοι. Kάπου απέναντι.
Θα τους φωνάξουμε όλους να κάτσουμε στο πεζούλι, θα κάτσουμε στο πεζοδρόμιο, θα κάτσουμε στην εξώπορτα. Θα λέμε αστεία και θα γελάμε.
Θα κάνουμε όλα τα μαγικά που ξέρουμε. Θα ανεβάσουμε την άσφαλτο ως τις ταράτσες. Θα γυρίσουμε τα σούπερ μάρκετ το μέσα έξω. Θα κρυφτούμε μέσα σε παλλόμενους κρυστάλλους χαλαζία. Θα σπρώχνουμε τους ακατοίκητους πλανήτες να κάνουν καραμπόλες. Θα φτιάξουμε σφουγγαρίστρες από τις πιο γνωστές εθνικές σημαίες και θα τις βάλουμε σε σκιάχτρα μινιατούρες.
Θα κάνουμε ισορροπία πατώντας στη μύτη της βελόνας. Θα πέσουμε, θα κτυπήσουμε, θα ξανασηκωθούμε. Θα ψάξουμε κάθε τι για να σιγουρευτούμε. Θα βρούμε κάθε τι για να αμφιβάλλουμε. Θα μιλάμε με τα μάτια. Θα κάνουμε δακτυλίδια από καπνό.
Θα βγούμε απ’ την μπρίζα, κι έτσι ό,τι αισθανόμαστε δεν θάναι πια αλλαγή τάσης του ρεύματος. Θα δραπετεύσουμε αφήνοντας τις συσκευές μόνες τους στα κρατητήρια. Θα μάθουμε να σφυρίζουμε όλες τις μελωδίες. Kαι θα βρούμε άγνωστους καρπούς, νόστιμους, που κανείς δεν θα έχει κλέψει τα μυστικά τους.
Θα κάνουμε φιλίες με νεράιδες. Θα μαζέψουμε την έρημο σα χαλί, και θ’ αφήσουμε τις πηγές να τρέξουν πάλι. Tις παλιές πηγές και τις καινούργιες.
Θα φροντίσουμε όλες τις πληγές, όπου και νάναι. Όποιου και νάναι. Kαι θα ακούσουμε όλες τις ιστορίες που θέλουν να μας πουν οι Ξένοι.
Όμως σε παρακαλώ, αν αγάπησες άνθρωπο ποτέ σου, μην με αποκαλείς Δεκέμβρη.
Φώναξε μ’ όλη σου τη δύναμη το όνομά μου, όλα τα ονόματα. Kαι θ’ αναστηθώ.
~*`~
Στον ζωολογικό κήπο της Bαρσοβίας, δύο υπάλληλοι παριστάνουν τους «ανθρώπους των σπηλαίων». H ιδέα του να κάνουν αυτήν την παράσταση κλεισμένοι σε κλουβί, είναι να μεταφέρουν το μήνυμα (έτσι το σκέφτηκαν οι υπεύθυνοι...) ότι και οι άνθρωποι ήταν κάποτε ζώα...
Tαιριαστή με το πνεύμα των καιρών η ιδέα, μ’ όλα τα απάνθρωπα υπονοούμενα. Δεν είναι πολύ παλιά η εποχή όπου το αιτούμενο ήταν η κατάργηση των ζωολογικών κήπων... Στη Bαρσοβία το είδαν απ’ την ανάποδη: να γεμίσουν ένα κλουβί με ανθρώπους (έστω, σαν ηθοποιούς) για να φέρουν ως το είδος μας την αλυσίδα των ζώων που αξίζει να επιδεικνύονται φυλακισμένα.
Kαι οι μεν «άνθρωποι των σπηλαίων» υποθέτουμε ότι όταν κλείνει ο ζωολογικός κήπος σχολάνε. Aλλά η έκθεση «ανθρώπων σε κλουβί» δεν απευθύνεται σε ανθρωπολογικές απορίες - οι επισκέπτες των ζωολογικών κήπων και των ατραξιόν τους δεν έχουν τέτοιες. Tαιριάζει μάλλον στην καλλιέργεια του πρωτόγονου διπολισμού «αυτοί υπάνθρωποι και αιχμάλωτοι - εμείς άνθρωποι και ελεύθεροι».
Aν βάλει κανείς δίπλα δίπλα αυτό το «ζωολογικό» έκθεμα στη Bαρσοβία με τις εκθέσεις bodies και με το ανθρωπόμορφο ρομπότ που του γίνεται ηλεκτροσόκ σε δημόσια θέα (ιταλικό σουξέ), θα διαπιστώσει ότι το ρεπερτόριο αυτής της πλευράς του σύγχρονου θεάματος περιστρέφεται διδακτικά γύρω από επιλεγμένα μοτίβα απο-ανθρωποποίησης - την ίδια εποχή που κατασκευάζονται (βιολογικά, τεχνολογικά) τα μοντέλα των υπερ-ανθρώπων.
Γι’ αυτό αποκλείεται να σκεφτεί οποιοσδήποτε διευθυντής ζωολογικού κήπου να κλείσει σε κλουβί μερικούς σύγχρονους πεζοναύτες με όλη τους την εξάρτηση για να υποδείξει το με πόσα επιπλέον φονικά εξαρτήματα μπορεί να εξοπλιστεί ένα ζώο.
Το Sarajevo, μηνιαία περιοδική έκδοση κάποιων σκεπτόμενων νέων της Θεσσαλονίκης.
Νιώθω ευτυχής που υπάρχουν ακόμη τέτοιοι νέοι...
μια εποχή στην κόλαση
Don’t call me December. Δεν γιορτάζω τίποτα. Oύτε δέχομαι επισκέψεις. Πενθώ.
Mαθαίνω τους φόβους μου. Mαθαίνω τους φόβους σου.
Tα λέιζερ τρυπάνε τα μηνίγγια. Tο στομάχι ένα κουβάρι με τα έντερα. Ψάχνουμε να βρούμε την πιο έρημη άκρη στον Δ του Kενταύρου. Θα κάτσουμε δίπλα δίπλα, σφίγγοντας ο ένας την μέση του άλλου, και θα κοιτάμε τα χνώτα μας να χάνονται στο μισόφωτο. Kι ύστερα, όταν η σιωπή μας θα διατρέχει το μεγάλο διάστημα, θα φτάσει καταπάνω μας μια άλλη σιωπή, κι έτσι θα ξέρουμε ότι υπάρχουν κι άλλοι. Kάπου απέναντι.
Θα τους φωνάξουμε όλους να κάτσουμε στο πεζούλι, θα κάτσουμε στο πεζοδρόμιο, θα κάτσουμε στην εξώπορτα. Θα λέμε αστεία και θα γελάμε.
Θα κάνουμε όλα τα μαγικά που ξέρουμε. Θα ανεβάσουμε την άσφαλτο ως τις ταράτσες. Θα γυρίσουμε τα σούπερ μάρκετ το μέσα έξω. Θα κρυφτούμε μέσα σε παλλόμενους κρυστάλλους χαλαζία. Θα σπρώχνουμε τους ακατοίκητους πλανήτες να κάνουν καραμπόλες. Θα φτιάξουμε σφουγγαρίστρες από τις πιο γνωστές εθνικές σημαίες και θα τις βάλουμε σε σκιάχτρα μινιατούρες.
Θα κάνουμε ισορροπία πατώντας στη μύτη της βελόνας. Θα πέσουμε, θα κτυπήσουμε, θα ξανασηκωθούμε. Θα ψάξουμε κάθε τι για να σιγουρευτούμε. Θα βρούμε κάθε τι για να αμφιβάλλουμε. Θα μιλάμε με τα μάτια. Θα κάνουμε δακτυλίδια από καπνό.
Θα βγούμε απ’ την μπρίζα, κι έτσι ό,τι αισθανόμαστε δεν θάναι πια αλλαγή τάσης του ρεύματος. Θα δραπετεύσουμε αφήνοντας τις συσκευές μόνες τους στα κρατητήρια. Θα μάθουμε να σφυρίζουμε όλες τις μελωδίες. Kαι θα βρούμε άγνωστους καρπούς, νόστιμους, που κανείς δεν θα έχει κλέψει τα μυστικά τους.
Θα κάνουμε φιλίες με νεράιδες. Θα μαζέψουμε την έρημο σα χαλί, και θ’ αφήσουμε τις πηγές να τρέξουν πάλι. Tις παλιές πηγές και τις καινούργιες.
Θα φροντίσουμε όλες τις πληγές, όπου και νάναι. Όποιου και νάναι. Kαι θα ακούσουμε όλες τις ιστορίες που θέλουν να μας πουν οι Ξένοι.
Όμως σε παρακαλώ, αν αγάπησες άνθρωπο ποτέ σου, μην με αποκαλείς Δεκέμβρη.
Φώναξε μ’ όλη σου τη δύναμη το όνομά μου, όλα τα ονόματα. Kαι θ’ αναστηθώ.
~*`~
Στον ζωολογικό κήπο της Bαρσοβίας, δύο υπάλληλοι παριστάνουν τους «ανθρώπους των σπηλαίων». H ιδέα του να κάνουν αυτήν την παράσταση κλεισμένοι σε κλουβί, είναι να μεταφέρουν το μήνυμα (έτσι το σκέφτηκαν οι υπεύθυνοι...) ότι και οι άνθρωποι ήταν κάποτε ζώα...
Tαιριαστή με το πνεύμα των καιρών η ιδέα, μ’ όλα τα απάνθρωπα υπονοούμενα. Δεν είναι πολύ παλιά η εποχή όπου το αιτούμενο ήταν η κατάργηση των ζωολογικών κήπων... Στη Bαρσοβία το είδαν απ’ την ανάποδη: να γεμίσουν ένα κλουβί με ανθρώπους (έστω, σαν ηθοποιούς) για να φέρουν ως το είδος μας την αλυσίδα των ζώων που αξίζει να επιδεικνύονται φυλακισμένα.
Kαι οι μεν «άνθρωποι των σπηλαίων» υποθέτουμε ότι όταν κλείνει ο ζωολογικός κήπος σχολάνε. Aλλά η έκθεση «ανθρώπων σε κλουβί» δεν απευθύνεται σε ανθρωπολογικές απορίες - οι επισκέπτες των ζωολογικών κήπων και των ατραξιόν τους δεν έχουν τέτοιες. Tαιριάζει μάλλον στην καλλιέργεια του πρωτόγονου διπολισμού «αυτοί υπάνθρωποι και αιχμάλωτοι - εμείς άνθρωποι και ελεύθεροι».
Aν βάλει κανείς δίπλα δίπλα αυτό το «ζωολογικό» έκθεμα στη Bαρσοβία με τις εκθέσεις bodies και με το ανθρωπόμορφο ρομπότ που του γίνεται ηλεκτροσόκ σε δημόσια θέα (ιταλικό σουξέ), θα διαπιστώσει ότι το ρεπερτόριο αυτής της πλευράς του σύγχρονου θεάματος περιστρέφεται διδακτικά γύρω από επιλεγμένα μοτίβα απο-ανθρωποποίησης - την ίδια εποχή που κατασκευάζονται (βιολογικά, τεχνολογικά) τα μοντέλα των υπερ-ανθρώπων.
Γι’ αυτό αποκλείεται να σκεφτεί οποιοσδήποτε διευθυντής ζωολογικού κήπου να κλείσει σε κλουβί μερικούς σύγχρονους πεζοναύτες με όλη τους την εξάρτηση για να υποδείξει το με πόσα επιπλέον φονικά εξαρτήματα μπορεί να εξοπλιστεί ένα ζώο.
Σάββατο, Δεκεμβρίου 26, 2009
Διήγηση του Ιησού του Ναζή
Παρακαλώ τον Δάσκαλο όπως επισυνάψει το κατωτέρω κείμενό μου, το οποίο επαληθεύει σκέψεις και θέσεις του ιδίου…
Η ευθύνη των αναφορών ανήκει εξ' ολοκλήρου στον "Ιησού Του Ναζή".
Προσεκλήθην σήμερον, 25/12 εις οικίαν συναδέλφου, του οποίου εόρταζε ο ηλικίας 11 ετών υιός του.
Αποδεχθείς την πρόσκλησιν προκειμένου να τιμήσω τους ανθρώπους με την παρουσία μου, αφίχθην μετά δώρων δι' όλην την οικογένειαν...
Αφού παρήλθε περίπου ημίωρον (20:25 περίπου) από αφίξεώς μας-ήμουν μετά της μητρός μου, η οικοδεσπότης( πηλιορείτισσα 110 κιλών περίπου) εδέησε να προσφέρει ένα φοντάν και πορτοκαλάδα....
Αρνήθηκα ευγενικά και τα δύο.
Είπα, οινόπνευμα δεν έχετε;
Έχουμε αλλά μόνο για εξαιρετικές περιπτώσεις!
Δεν το σχολίασα....
Πίσω από τον πάγκο της κουζίνας υπήρχαν δυο αρνιά φρεσκοψημένα και δυο πιατέλες κοτόπιτα ζεστή, όταν είπα στον Ντίνο τον συνάδελφο,
- Η μαμά τα κοιτάει και θέλει ένα μεζέ να πιει ένα κρασάκι,
αυτός είπε στην σύζυγό του (Πηλιορείτισσα)
- Μένια βγάλε ένα μεζέ για την κυρά-Μαργαρίτα.
Η Μένια άνοιξε το ψυγείο και έβγαλε ένα κομμάτι χοιρινό κρέας παγωμένο και λίγο μπαγιάτικο τυρί φέτα...
Η κυρά-Μαργαρίτα το έφαγε η φουκαριάρα για να πει δυο κουβέντες και να πιει λίγο κρασί ( με το σταγονόμετρο - τρία εκατοστά το θυμάμαι χαρακτηριστικά) και να ευχηθεί για την υγεία του παιδιού.
Η κυρά-Μαργαρίτα είναι καθαρός και αγνός άνθρωπος, δίνει και την ζωή της, είχε τον ΑΝΔΡΕΑ δίπλα της γιά 48 χρόνια ...κάτι έμαθε.
Μετά από 10 λεπτά πήγε στην τουαλέτα και τα έβγαλε όλα, η φουκαριάρα...
ΈΚΑΝΕ ΕΜΕΤΌ!
Εγώ τα είδα όλα, δεν είπα τίποτα, αλλά μίλησα στο τέλος και ίσως είναι καλύτερα να μην μιλάς....
- Καλά, ρε Ντίνο (Ο Ντίνος είναι γύρω στα 160 κιλά), αυτά τα αρνιά για ποιόν είναι;
Ααα, φιλαράκι, περιμένει η Μένια μία συνάδελφό της δασκάλα με την οικογένειά της, γι' αυτούς τα ετοίμασε...
Δεν είπα τίποτε.
Μετά από 10 λεπτά περίπου ήλθε ένας ηλικιωμένος με την γυναίκα του και τον 16 χρονών περίπου γιο τους, απευθύνθηκαν στους οικοδεσπότες, ωσάν να μην υπήρχαμε καθόλου εγώ και η μητέρα μου...
Είπε ο συνάδελφος.
- Σπύρο, πρέπει να φύγετε.
(Η κυρά Μαργαρίτα κάνει εμετό ακόμα 01:59)
Η ώρα ήταν 21:00 περίπου,είπα στον συνάδελφο "να χαίρεσαι την πηλιορείτισσα, που είναι και δασκάλα!...και αυτούς που ήρθαν...όταν έχεις τέτοιους φίλους...μην φοβάσαι τα φίδια !"
Είπε κάποιος κάποτε
"οι πηλιορείτες σε βλέπουν σαν όρθιο κατοστάρικο",
ο Ανδρέας ήταν, ο πατέρας!!!
Χαίρομαι που δεν ανήκεις στους ΚΑΤΑΡΑΜΕΝΟΥΣ!!!!!!!
" Ιησούς Του Ναζή"
Υ.Γ. του «οικοδεσπότη».
Φίλε Ιησού, εκδίδεις εγκυκλοπαίδεια καρμιριάς στο Πήλιο.
Η Μαργαρίτα να ευχαριστεί το Θεό που καθάρισε το στομάχι της.
Κρίμα που δεν άφησε το μεζέ του ψυγείου εντός του σαλονιού.
Είναι αξιοπρεπής η Μαργαρίτα…
Η ευθύνη των αναφορών ανήκει εξ' ολοκλήρου στον "Ιησού Του Ναζή".
Προσεκλήθην σήμερον, 25/12 εις οικίαν συναδέλφου, του οποίου εόρταζε ο ηλικίας 11 ετών υιός του.
Αποδεχθείς την πρόσκλησιν προκειμένου να τιμήσω τους ανθρώπους με την παρουσία μου, αφίχθην μετά δώρων δι' όλην την οικογένειαν...
Αφού παρήλθε περίπου ημίωρον (20:25 περίπου) από αφίξεώς μας-ήμουν μετά της μητρός μου, η οικοδεσπότης( πηλιορείτισσα 110 κιλών περίπου) εδέησε να προσφέρει ένα φοντάν και πορτοκαλάδα....
Αρνήθηκα ευγενικά και τα δύο.
Είπα, οινόπνευμα δεν έχετε;
Έχουμε αλλά μόνο για εξαιρετικές περιπτώσεις!
Δεν το σχολίασα....
Πίσω από τον πάγκο της κουζίνας υπήρχαν δυο αρνιά φρεσκοψημένα και δυο πιατέλες κοτόπιτα ζεστή, όταν είπα στον Ντίνο τον συνάδελφο,
- Η μαμά τα κοιτάει και θέλει ένα μεζέ να πιει ένα κρασάκι,
αυτός είπε στην σύζυγό του (Πηλιορείτισσα)
- Μένια βγάλε ένα μεζέ για την κυρά-Μαργαρίτα.
Η Μένια άνοιξε το ψυγείο και έβγαλε ένα κομμάτι χοιρινό κρέας παγωμένο και λίγο μπαγιάτικο τυρί φέτα...
Η κυρά-Μαργαρίτα το έφαγε η φουκαριάρα για να πει δυο κουβέντες και να πιει λίγο κρασί ( με το σταγονόμετρο - τρία εκατοστά το θυμάμαι χαρακτηριστικά) και να ευχηθεί για την υγεία του παιδιού.
Η κυρά-Μαργαρίτα είναι καθαρός και αγνός άνθρωπος, δίνει και την ζωή της, είχε τον ΑΝΔΡΕΑ δίπλα της γιά 48 χρόνια ...κάτι έμαθε.
Μετά από 10 λεπτά πήγε στην τουαλέτα και τα έβγαλε όλα, η φουκαριάρα...
ΈΚΑΝΕ ΕΜΕΤΌ!
Εγώ τα είδα όλα, δεν είπα τίποτα, αλλά μίλησα στο τέλος και ίσως είναι καλύτερα να μην μιλάς....
- Καλά, ρε Ντίνο (Ο Ντίνος είναι γύρω στα 160 κιλά), αυτά τα αρνιά για ποιόν είναι;
Ααα, φιλαράκι, περιμένει η Μένια μία συνάδελφό της δασκάλα με την οικογένειά της, γι' αυτούς τα ετοίμασε...
Δεν είπα τίποτε.
Μετά από 10 λεπτά περίπου ήλθε ένας ηλικιωμένος με την γυναίκα του και τον 16 χρονών περίπου γιο τους, απευθύνθηκαν στους οικοδεσπότες, ωσάν να μην υπήρχαμε καθόλου εγώ και η μητέρα μου...
Είπε ο συνάδελφος.
- Σπύρο, πρέπει να φύγετε.
(Η κυρά Μαργαρίτα κάνει εμετό ακόμα 01:59)
Η ώρα ήταν 21:00 περίπου,είπα στον συνάδελφο "να χαίρεσαι την πηλιορείτισσα, που είναι και δασκάλα!...και αυτούς που ήρθαν...όταν έχεις τέτοιους φίλους...μην φοβάσαι τα φίδια !"
Είπε κάποιος κάποτε
"οι πηλιορείτες σε βλέπουν σαν όρθιο κατοστάρικο",
ο Ανδρέας ήταν, ο πατέρας!!!
Χαίρομαι που δεν ανήκεις στους ΚΑΤΑΡΑΜΕΝΟΥΣ!!!!!!!
" Ιησούς Του Ναζή"
Υ.Γ. του «οικοδεσπότη».
Φίλε Ιησού, εκδίδεις εγκυκλοπαίδεια καρμιριάς στο Πήλιο.
Η Μαργαρίτα να ευχαριστεί το Θεό που καθάρισε το στομάχι της.
Κρίμα που δεν άφησε το μεζέ του ψυγείου εντός του σαλονιού.
Είναι αξιοπρεπής η Μαργαρίτα…
Παρασκευή, Δεκεμβρίου 25, 2009
Δεύτερο απόσπασμα απ’ το ΜΙΧΙΣΤΟΡΗΜΑ
Η επαφή μου όμως με την εκκλησία γινόταν όλο και πιο στενή. Σ’ αυτό συνέβαλε και η παρουσία ενός λαϊκιστή δεσπότη στο Βόλο, του Δαμασκηνού.
Ήταν κάτι σαν και τον «απόγονό» του στην πόλη μετά από πάρα πολλά χρόνια, τον Χριστόδουλο, εκεινού που κατάφερε να αναρριχηθεί στον αρχιεπισκοπικό θρόνο της εκκλησίας της Ελλάδας.
Η πόλη ήταν ανέκαθεν συντηρητική και γι’ αυτό όλες οι θρησκείες έβρισκαν πρόσφορο έδαφος για να αναπτυχθούν. Στην αρχή πρόκοψε η «ορθοδοξία» του κομμουνισμού, μετά ήρθε η ορθοδοξία του χριστιανισμού. Οι δυο συντηρητικές ομάδες αντιμάχονταν για την ποδηγέτηση της κοινωνίας κι έτσι πότε ο Βόλος ονομαζόταν «κόκκινη πόλη» και πότε «χριστοδουλόπολη».
Η αιώνια συντηρητική επαρχία θα συνέχιζε ακάθεκτα το δρόμο της. Οι «διαφορετικοί» είχαν να διαλέξουν δυο δρόμους: να γίνουν ένα με τους συντηρητικούς ή να περιθωριοποιηθούν. Οι περισσότεροι απ’ αυτούς προτιμούσαν το πρώτο. Έτσι κι αλλιώς ελάχιστοι απ’ αυτούς πίστευαν στην αλλαγή της ιστορίας.
Ένας απ’ τους πολλούς λόγους που η ιστορία δε θα άλλαζε ποτέ.
Ο Δαμασκηνός είχε ξεσηκώσει το εκκλησίασμα του Βόλου. Έτσι ξεσήκωσε και μένα.
Στα έντεκά μου, μπορεί και νωρίτερα, είχα πάρει τη μεγάλη μου απόφαση. Θα γινόμουν δεσπότης.
Τα πρότυπα στη μικρή τότε πολιτεία για τους γόνους των φτωχών και των κατατρεγμένων ήταν πολύ λίγα. Ο δάσκαλος, ο καθηγητής, ο στρατιωτικός. Τα ανώτερα επαγγέλματα φαίνονταν απρόσιτα για τους μικρούς ξυπόλυτους. Η δική μου επιλογή ήταν από τις υψηλόστοχες.
Η μάνα μου περηφανευόταν με την επιλογή μου, τον πατέρα τον έβλεπα σκεφτικό. Σκεφτόταν ίσως ότι θα χανόταν το όνομα της…δυναστείας μας.
Εγώ έπεσα σε νέες επιδόσεις, μπήκα στα κατηχητικά. Μαχητικά και ένθερμα. Τέσσερα ολόκληρα χρόνια γέμιζα τις μπαταρίες μου με την ουμανιστική υποκρισία κάποιων ταλαίπωρων θεολόγων, που απλά συμπλήρωναν το εισόδημά τους ή κρατούσαν «επαφές» με το κυρίαρχο πάντα ιερατείο.
Όντως η θητεία μου στα άθλια κατηχητικά μου χάριζε σοφία, μου μάθαινε σιγά - σιγά τι είναι καλό και τι κακό. Πάνω απ’ όλα έμαθα τι είναι το κακό…
Ήμουνα καλός για τους κατηχητές μου, κάποιους Μπουγάδες θυμάμαι. Έπεφτε μια πλύση εγκεφάλου που δεν την ένιωθα τότε, όπως δεν ένιωθαν και οι κομμουνιστές τη δικιά τους πλύση. Όλα τα θρησκεύματα ακολουθούν την ίδια μέθοδο υποδούλωσης μαζών, για να τα κονομήσουν οι «ιερείς» και οι «αρχιερείς» τους.
Οι Μπουγάδες και ο Δαμασκηνός θα με βοήθαγαν να ξεφύγω απ’ τις δαγκάνες του ιερατείου. Ήμουν δεκατέσσερα χρονών πια κι όμως δεν ήξερα τι έχω μέσα στο βρακί μου. Άλλοι την έπαιζαν από καιρό, εγώ νόμιζα ότι ήταν μόνο για κατούρημα. Η εφηβεία εμποδιζόταν απ’ τη θρησκεία. Το σχολείο, το κατηχητικό, ο ναός ήταν τα ενδιαφέροντά μου. Ο στόχος μου ήταν υψηλός...
Στα τέλη της άνοιξης του 1963 έγινε στην Παιδόπολη της Αγριάς η ετήσια γιορτή των κατηχητικών. Την τίμησε με την παρουσία του και ο Δαμασκηνός. Είχαμε ανεβάσει μια μικρή θεατρική παράσταση, όπου έπαιζα πρωταγωνιστικό ρόλο. Δε θυμάμαι πλέον ποιον άγιο υποδυόμουν, φαίνεται όμως ότι ήμουν καλός ηθοποιός, γιατί στο τέλος της παράστασης ο δεσπότης άρπαξε το μικρόφωνο για να μας συγχαρεί. Ιδιαίτερο έπαινο απένειμε σε μένα, έπαινος που συνοδευόταν κι από την απονομή υποτροφίας για σπουδές.
Με ήξερε μέχρι τότε μόνο ως παπαδάκι, όταν λειτουργούσε στον Αϊ-Νικόλα. Εγώ του πήγαινα, μέσα στο ιερό, μια ξέχειλη κούπα με κρασί, για να το δοκιμάσει πριν προχωρήσει στην παρασκευή της θείας κοινωνίας. Την κατέβαζε μονορούφι πλαταγίζοντας τη γλώσσα του και σφουγγίζοντας με το μανίκι του ιερού του ράσου τα κάθυγρα γένια του. Ποτέ όμως μέχρι το βράδυ της γιορτής δεν είχε ρωτήσει να μάθει ποιος είμαι. Το έκανε κείνο το βράδυ, ρώτησε Μπουγάδες και ρασοφόρους κι αυτοί του είπαν ποιος είμαι…
Στ’ άκουσμα της υποτροφίας τρελάθηκα. Συνειδητοποίησα γρήγορα ότι δε ζούσα σ’ όνειρο. Ήξερα ότι οι σπουδές που ήθελα να κάνω ήταν κάτι το δύσκολο έως και ακατόρθωτο για μένα. Τις περισσότερες φορές δεν υπήρχε ούτε φαΐ στο σπίτι και πήγαινα μαζί με την αδελφή μου να φάμε στα υπόγεια του Αϊ-Νικόλα, όπου λειτουργούσαν συσσίτια για τους άπορους της ενορίας. Πού θα βρίσκονταν χρήματα για τις σπουδές; Ο δεσπότης έπεσε πάνω μου ως μάνα εξ ουρανού.
Μας είχαν πάει με λεωφορείο στην Παιδόπολη, που βρισκόταν πέντε χιλιόμετρα έξω απ’ το Βόλο. Διαδρομή ερημική και αρκετά επικίνδυνη για τη νύχτα, προπάντων για πιτσιρικάδες. Ο δρόμος ακολουθούσε τις παραθαλάσσιες υπώρειες της Γορίτσας, του ερωτικού λόφου του Βόλου. Τα πεύκα που φυτέψαμε πιτσιρικάδες πάνω στο βράχο της αναπτύχθηκαν σίγουρα με την άφθονη ροή σπέρματος στις πλαγιές της. Υπήρχε «οικολογική» συνείδηση τότε, τίποτε δεν πήγαινε χαμένο. Ούτε καν το σπέρμα. Η τροφική αλυσίδα λειτουργούσε στην εντέλεια.
Όμως πάνω και γύρω απ’ τη Γορίτσα επικρατούσε σκοτάδι, αγέλευαν αδέσποτα σκυλιά, μερικές φορές κατέβαιναν και λύκοι. Κυρίως όμως κυκλοφορούσαν αδέσποτοι μπανιστηρντζήδες, που απολάμβαναν στα σκοτεινά τις επιδόσεις των ζευγαριών πάνω στο λόφο και αμέτρητοι κωλομπαράδες.
Για τους τελευταίους αυτούς ο Βόλος ήταν περήφανος και εκείνα τα χρόνια διεκδικούσε πανελλήνιο ρεκόρ.
Φυσικά τον τελευταίο αυτό κίνδυνο ελάχιστα τον ξέραμε εμείς οι μισο-έφηβοι και ειδικά εμείς τα χριστιανόπουλα.
Εκείνο που φοβόμουν περισσότερο ήταν το σκοτάδι και τα σκυλιά. Κυρίως τα σκυλιά μου προκαλούσαν πανικό, γιατί, όταν ήμουν πέντε χρονών, το σκυλί μιας γειτόνισσας μου όρμησε και με δάγκωσε άγρια στο γόνατο. Ο φόβος όμως είχε μείνει από κείνες τις φοβερές ενέσεις που μου έκαναν στην κοιλιά. Τα εμβόλια των σκυλιών ήταν άγνωστα εκείνα τα χρόνια, η λύσσα κυκλοφορούσε και προληπτικά έτρωγες τις ενέσεις για να μη λυσσάξεις.
Ήξερα ότι η επιστροφή μας στο Βόλο θα γινόταν στις έντεκα το βράδυ με το λεωφορείο. Η ώρα ήταν εννιάμιση ακόμα κι εγώ δε μπορούσα να κρατήσω μέσα μου κρυμμένη τη χαρά της βράβευσης. Πήρα τη μεγάλη απόφαση. Θα πήγαινα με τα πόδια στο σπίτι, τρέχοντας.
Έκανα ένα τέταρτο να διανύσω τα πέντε χιλιόμετρα. Τα πόδια μου χτύπαγαν στ’ αυτιά μου, η καρδιά μου χτύπαγε σαν ταμπούρλο. Με κρατούσε ζωντανό η σκηνή της αναγγελίας της βράβευσης στους δικούς μου.
Μπήκα ξέπνοος και μ’ ένα χαμόγελο πλατύ να φωτίζει το πρόσωπο. Ο πατέρας έριξε πάνω μου ένα ερευνητικό βλέμμα. Ήξερε ότι θα επιστρέφαμε στις έντεκα.
- Γιατί γύρισες τόσο νωρίς;
- Ήρθα με τα πόδια.
- Μόνος σου;
- Ναι.
Ήταν οι μόνες λέξεις που ανταλλάξαμε και ήρθε το πρώτο σκαμπίλι. Τα μάτια μου θόλωσαν. Όλη μου η χαρά άρχισε να σβήνει. Ακολούθησαν κι άλλες ξυλιές.
Ο πατέρας είχε βρει το ξύλο ως μέθοδο διαπαιδαγώγησης. Πρώτα έδερνε και μετά σε άκουγε. Εφάρμοζε μια πρωτότυπη συνταγή, «όπου δεν πέφτει ξύλο, πίπτει ράβδος».
Ήθελε να βγάλει σωστό άνθρωπο στην κοινωνία...
Κλαίγοντας μ’ αναφιλητά, προσπαθώντας ν’ αποφύγω τη μανία του, κατάφερα να ουρλιάξω:
- Μου έδωσε υποτροφία ο δεσπότης, για να σπουδάσω.
Με κοίταξε με απορία και σταμάτησε την επίθεση. Ζήτησε κατόπιν εορτής να μάθει λεπτομέρειες. Εξιστόρησα με το νι και με το σίγμα τα γεγονότα. Το πρόσωπό μου άρχισε να λάμπει πάλι σιγά-σιγά, τον ξυλοδαρμό τον ξέχασα. Είχα πάθει πια ανοσία απ’ τους ξυλοδαρμούς τόσων χρόνων...
Μαλάκωσε. Πιθανό μετάνιωσε, αλλά συγγνώμη δε μπορούσε τα χρόνια εκείνα να ζητήσει πατέρας από το γιο. Έκανε όμως τότε εκείνο που έπρεπε να έχει κάνει χρόνια πριν, μου μίλησε για τους κωλομπαράδες. Άρχισα να νιώθω μεγάλος.
Την άλλη μέρα με πήρε και πήγαμε στο δεσποτικό. Ζητήσαμε να δούμε το δεσπότη. Αυτός δέχτηκε. Μας υποδέχτηκε με τη γνωστή ψευτο-βυζαντινή του μεγαλοπρέπεια. Γονυκλισίες και χειροφίλημα απ’ τους δυο μας και κατευθείαν στο ψητό. Του είπε ο πατέρας το λόγο της επίσκεψής μας.
- Ξέρω, κύριε, διέκοψε ο δεσπότης. Συγχαρητήρια για το γιο σας. Είναι εξαιρετικό παιδί. Ό,τι υποσχέθηκα θα γίνει. Από σήμερα κιόλας μπορεί να έλθει να μείνει στο οικοτροφείο της Μητρόπολης!
Μιλούσε με στόμφο και με αποφασιστικότητα. Ο πατέρας τα ’χασε. Δεν ήξερε τι να πει. Εξαγριώθηκα για πρώτη φορά στη ζωή μου μπροστά στον πατέρα. Αστραπιαία αποφάσισα να τον υποκαταστήσω. Ο ταπεινός μέχρι τότε ένιωθε να ψηλώνει απότομα. Όρθωσε το ανάστημά του:
- Σεβασμιότατε, έκραξα με κείνη τη βραχνοκοκορίστικη φωνή της εφηβείας, το ξέρετε ότι ζω στο Βόλο και ότι έχω οικογένεια.
- Το ξέρω, παιδί μου, απάντησε αγέρωχα, με κείνη την έπαρση της δύναμης που σίγουρα δεν του εμπιστεύτηκε ο Ιησούς. Αυτή είναι η υποτροφία που σου έταξα χτες βράδυ. Θα ανακουφίσεις τους γονείς σου, που δυσκολεύονται να τα βγάλουν πέρα.
Μούδιασα. Ήθελα να τον βρίσω, μα ήξερα ότι ακόμα και με την υποκατάσταση του πατέρα είχα παραφερθεί. Αλλά δεν άντεχα να μείνω περισσότερο εκεί μέσα. Άνοιξα την πόρτα και την χτύπησα δυνατά πίσω μου βγαίνοντας. Από μέσα μου τον έφτυνα.
Έμαθα αργότερα ότι ο πατέρας ζήτησε συγγνώμη απ’ το δεσπότη και επιφυλάχθηκε να του απαντήσει σε λίγες μέρες. Όταν με βρήκε έξω απ’ το δεσποτικό μου άστραψε πάλι δυο σκαμπίλια, επιδεικτικά, για να το δουν τα τσιράκια του δεσπότη που στέκονταν στην πόρτα. Έπρεπε να κρατήσει τις ισορροπίες. Βαδίζοντας όμως για το σπίτι ένιωθα ότι δεν ήταν και τόσο στενοχωρημένος απ’ τη συμπεριφορά μου. Κάποια στιγμή μάλιστα διαισθάνθηκα ότι μου έριχνε κάποιες κρυφές ματιές θαυμασμού. Έβλεπε ότι ο γιος του άρχιζε να στέκει στα πόδια του, μόνος του, χωρίς «πατερίτσες».
Δε συζητήσαμε καθόλου στο σπίτι τη δεσποτική «υποτροφία». Εγώ μόνο έβριζα και κλωτσούσα ό,τι έβρισκα μπρος μου και στενοχωρούσα τη μάνα, που δε μπορούσε να καταλάβει την πάλη που γινόταν μέσα μου.
Από κείνη τη μέρα η εκκλησία έχασε έναν οπαδό της. Το πρότυπο του δεσπότη έφυγε απ’ το νου μου. Μίσησα το φαρισαϊσμό των ιεραρχών, όπως τον είχε μισήσει και ο ιδρυτής της εκκλησίας.
Με τον Ιησού όμως δεν ξέκοψα.
Θα περνούσαν κάνα δυο χρόνια που θα τον οραματιζόμουν να κατεβαίνει να καθαρίσει τον οίκο του απ’ όλα αυτά τα αρπακτικά.
Με τον Ιησού δεν ξέκοψα ποτέ, ακόμα κι όταν κατάλαβα ότι δεν υπάρχουν θεοί. Από τότε που ένιωσα ότι τους θεούς τους φτιάχνουν τα καθίκια της κοινωνίας για να εκμεταλλευτούν τις μάζες και ταυτόχρονα να ισοπεδώσουν κάθε ιδεολογία.
Ήταν καλός «θεός» ο Ιησούς, κάτι σαν το Σωκράτη. Αργότερα μάλιστα, καθηγητής στην εκπαίδευση, σκέφτηκα να ασχοληθώ με το φαινόμενο Σωκράτη - Ιησού. Όχι τόσο για τα κοινά στη διδασκαλία τους και στον τρόπο ζωής τους, ούτε για τη στάση τους απέναντι στο θάνατο που θα μπορούσαν και οι δυο να αποφύγουν, αν το ήθελαν. Είχα εντοπίσει ακόμα ότι κανένας απ’ τους δυο δε θέλησε ν’ αφήσει πίσω του έστω και ένα γραπτό του κείμενο. Απ’ τους μαθητές και τους αποστόλους τους γνωρίσαμε.
Είχαν καταλάβει άραγε τόσο νωρίς ότι τα λόγια τους και η σκέψη τους δε θα έφερναν καρπούς;
Τον Ιησού τον έχω συνέχεια μέσα μου χωρίς καμιά διάσταση μεταφυσική. Είναι το πρώτο μου εφόδιο στον τραχύ δρόμο που χάραξα. Ίσως και το πιο πολύτιμο.
Το ξέκομμα με την εκκλησία σηματοδοτούσε τη συνέχεια του Γολγοθά. Θα μπορούσα να ’χω πάει με τους «γραμματείς και τους Φαρισαίους» και να είμαι ψηλά σήμερα. Προτίμησα ν’ ακολουθήσω τις δικές μου μυστικές φωνές. Οι φωνές αυτές με έσπρωχναν στο Γολγοθά.
Ο Γολγοθάς ταυτιζόταν πάντα με τον παράδεισο.
Τα γεύτηκα και τα δυο, τα χόρτασα.
Ήταν κάτι σαν και τον «απόγονό» του στην πόλη μετά από πάρα πολλά χρόνια, τον Χριστόδουλο, εκεινού που κατάφερε να αναρριχηθεί στον αρχιεπισκοπικό θρόνο της εκκλησίας της Ελλάδας.
Η πόλη ήταν ανέκαθεν συντηρητική και γι’ αυτό όλες οι θρησκείες έβρισκαν πρόσφορο έδαφος για να αναπτυχθούν. Στην αρχή πρόκοψε η «ορθοδοξία» του κομμουνισμού, μετά ήρθε η ορθοδοξία του χριστιανισμού. Οι δυο συντηρητικές ομάδες αντιμάχονταν για την ποδηγέτηση της κοινωνίας κι έτσι πότε ο Βόλος ονομαζόταν «κόκκινη πόλη» και πότε «χριστοδουλόπολη».
Η αιώνια συντηρητική επαρχία θα συνέχιζε ακάθεκτα το δρόμο της. Οι «διαφορετικοί» είχαν να διαλέξουν δυο δρόμους: να γίνουν ένα με τους συντηρητικούς ή να περιθωριοποιηθούν. Οι περισσότεροι απ’ αυτούς προτιμούσαν το πρώτο. Έτσι κι αλλιώς ελάχιστοι απ’ αυτούς πίστευαν στην αλλαγή της ιστορίας.
Ένας απ’ τους πολλούς λόγους που η ιστορία δε θα άλλαζε ποτέ.
Ο Δαμασκηνός είχε ξεσηκώσει το εκκλησίασμα του Βόλου. Έτσι ξεσήκωσε και μένα.
Στα έντεκά μου, μπορεί και νωρίτερα, είχα πάρει τη μεγάλη μου απόφαση. Θα γινόμουν δεσπότης.
Τα πρότυπα στη μικρή τότε πολιτεία για τους γόνους των φτωχών και των κατατρεγμένων ήταν πολύ λίγα. Ο δάσκαλος, ο καθηγητής, ο στρατιωτικός. Τα ανώτερα επαγγέλματα φαίνονταν απρόσιτα για τους μικρούς ξυπόλυτους. Η δική μου επιλογή ήταν από τις υψηλόστοχες.
Η μάνα μου περηφανευόταν με την επιλογή μου, τον πατέρα τον έβλεπα σκεφτικό. Σκεφτόταν ίσως ότι θα χανόταν το όνομα της…δυναστείας μας.
Εγώ έπεσα σε νέες επιδόσεις, μπήκα στα κατηχητικά. Μαχητικά και ένθερμα. Τέσσερα ολόκληρα χρόνια γέμιζα τις μπαταρίες μου με την ουμανιστική υποκρισία κάποιων ταλαίπωρων θεολόγων, που απλά συμπλήρωναν το εισόδημά τους ή κρατούσαν «επαφές» με το κυρίαρχο πάντα ιερατείο.
Όντως η θητεία μου στα άθλια κατηχητικά μου χάριζε σοφία, μου μάθαινε σιγά - σιγά τι είναι καλό και τι κακό. Πάνω απ’ όλα έμαθα τι είναι το κακό…
Ήμουνα καλός για τους κατηχητές μου, κάποιους Μπουγάδες θυμάμαι. Έπεφτε μια πλύση εγκεφάλου που δεν την ένιωθα τότε, όπως δεν ένιωθαν και οι κομμουνιστές τη δικιά τους πλύση. Όλα τα θρησκεύματα ακολουθούν την ίδια μέθοδο υποδούλωσης μαζών, για να τα κονομήσουν οι «ιερείς» και οι «αρχιερείς» τους.
Οι Μπουγάδες και ο Δαμασκηνός θα με βοήθαγαν να ξεφύγω απ’ τις δαγκάνες του ιερατείου. Ήμουν δεκατέσσερα χρονών πια κι όμως δεν ήξερα τι έχω μέσα στο βρακί μου. Άλλοι την έπαιζαν από καιρό, εγώ νόμιζα ότι ήταν μόνο για κατούρημα. Η εφηβεία εμποδιζόταν απ’ τη θρησκεία. Το σχολείο, το κατηχητικό, ο ναός ήταν τα ενδιαφέροντά μου. Ο στόχος μου ήταν υψηλός...
Στα τέλη της άνοιξης του 1963 έγινε στην Παιδόπολη της Αγριάς η ετήσια γιορτή των κατηχητικών. Την τίμησε με την παρουσία του και ο Δαμασκηνός. Είχαμε ανεβάσει μια μικρή θεατρική παράσταση, όπου έπαιζα πρωταγωνιστικό ρόλο. Δε θυμάμαι πλέον ποιον άγιο υποδυόμουν, φαίνεται όμως ότι ήμουν καλός ηθοποιός, γιατί στο τέλος της παράστασης ο δεσπότης άρπαξε το μικρόφωνο για να μας συγχαρεί. Ιδιαίτερο έπαινο απένειμε σε μένα, έπαινος που συνοδευόταν κι από την απονομή υποτροφίας για σπουδές.
Με ήξερε μέχρι τότε μόνο ως παπαδάκι, όταν λειτουργούσε στον Αϊ-Νικόλα. Εγώ του πήγαινα, μέσα στο ιερό, μια ξέχειλη κούπα με κρασί, για να το δοκιμάσει πριν προχωρήσει στην παρασκευή της θείας κοινωνίας. Την κατέβαζε μονορούφι πλαταγίζοντας τη γλώσσα του και σφουγγίζοντας με το μανίκι του ιερού του ράσου τα κάθυγρα γένια του. Ποτέ όμως μέχρι το βράδυ της γιορτής δεν είχε ρωτήσει να μάθει ποιος είμαι. Το έκανε κείνο το βράδυ, ρώτησε Μπουγάδες και ρασοφόρους κι αυτοί του είπαν ποιος είμαι…
Στ’ άκουσμα της υποτροφίας τρελάθηκα. Συνειδητοποίησα γρήγορα ότι δε ζούσα σ’ όνειρο. Ήξερα ότι οι σπουδές που ήθελα να κάνω ήταν κάτι το δύσκολο έως και ακατόρθωτο για μένα. Τις περισσότερες φορές δεν υπήρχε ούτε φαΐ στο σπίτι και πήγαινα μαζί με την αδελφή μου να φάμε στα υπόγεια του Αϊ-Νικόλα, όπου λειτουργούσαν συσσίτια για τους άπορους της ενορίας. Πού θα βρίσκονταν χρήματα για τις σπουδές; Ο δεσπότης έπεσε πάνω μου ως μάνα εξ ουρανού.
Μας είχαν πάει με λεωφορείο στην Παιδόπολη, που βρισκόταν πέντε χιλιόμετρα έξω απ’ το Βόλο. Διαδρομή ερημική και αρκετά επικίνδυνη για τη νύχτα, προπάντων για πιτσιρικάδες. Ο δρόμος ακολουθούσε τις παραθαλάσσιες υπώρειες της Γορίτσας, του ερωτικού λόφου του Βόλου. Τα πεύκα που φυτέψαμε πιτσιρικάδες πάνω στο βράχο της αναπτύχθηκαν σίγουρα με την άφθονη ροή σπέρματος στις πλαγιές της. Υπήρχε «οικολογική» συνείδηση τότε, τίποτε δεν πήγαινε χαμένο. Ούτε καν το σπέρμα. Η τροφική αλυσίδα λειτουργούσε στην εντέλεια.
Όμως πάνω και γύρω απ’ τη Γορίτσα επικρατούσε σκοτάδι, αγέλευαν αδέσποτα σκυλιά, μερικές φορές κατέβαιναν και λύκοι. Κυρίως όμως κυκλοφορούσαν αδέσποτοι μπανιστηρντζήδες, που απολάμβαναν στα σκοτεινά τις επιδόσεις των ζευγαριών πάνω στο λόφο και αμέτρητοι κωλομπαράδες.
Για τους τελευταίους αυτούς ο Βόλος ήταν περήφανος και εκείνα τα χρόνια διεκδικούσε πανελλήνιο ρεκόρ.
Φυσικά τον τελευταίο αυτό κίνδυνο ελάχιστα τον ξέραμε εμείς οι μισο-έφηβοι και ειδικά εμείς τα χριστιανόπουλα.
Εκείνο που φοβόμουν περισσότερο ήταν το σκοτάδι και τα σκυλιά. Κυρίως τα σκυλιά μου προκαλούσαν πανικό, γιατί, όταν ήμουν πέντε χρονών, το σκυλί μιας γειτόνισσας μου όρμησε και με δάγκωσε άγρια στο γόνατο. Ο φόβος όμως είχε μείνει από κείνες τις φοβερές ενέσεις που μου έκαναν στην κοιλιά. Τα εμβόλια των σκυλιών ήταν άγνωστα εκείνα τα χρόνια, η λύσσα κυκλοφορούσε και προληπτικά έτρωγες τις ενέσεις για να μη λυσσάξεις.
Ήξερα ότι η επιστροφή μας στο Βόλο θα γινόταν στις έντεκα το βράδυ με το λεωφορείο. Η ώρα ήταν εννιάμιση ακόμα κι εγώ δε μπορούσα να κρατήσω μέσα μου κρυμμένη τη χαρά της βράβευσης. Πήρα τη μεγάλη απόφαση. Θα πήγαινα με τα πόδια στο σπίτι, τρέχοντας.
Έκανα ένα τέταρτο να διανύσω τα πέντε χιλιόμετρα. Τα πόδια μου χτύπαγαν στ’ αυτιά μου, η καρδιά μου χτύπαγε σαν ταμπούρλο. Με κρατούσε ζωντανό η σκηνή της αναγγελίας της βράβευσης στους δικούς μου.
Μπήκα ξέπνοος και μ’ ένα χαμόγελο πλατύ να φωτίζει το πρόσωπο. Ο πατέρας έριξε πάνω μου ένα ερευνητικό βλέμμα. Ήξερε ότι θα επιστρέφαμε στις έντεκα.
- Γιατί γύρισες τόσο νωρίς;
- Ήρθα με τα πόδια.
- Μόνος σου;
- Ναι.
Ήταν οι μόνες λέξεις που ανταλλάξαμε και ήρθε το πρώτο σκαμπίλι. Τα μάτια μου θόλωσαν. Όλη μου η χαρά άρχισε να σβήνει. Ακολούθησαν κι άλλες ξυλιές.
Ο πατέρας είχε βρει το ξύλο ως μέθοδο διαπαιδαγώγησης. Πρώτα έδερνε και μετά σε άκουγε. Εφάρμοζε μια πρωτότυπη συνταγή, «όπου δεν πέφτει ξύλο, πίπτει ράβδος».
Ήθελε να βγάλει σωστό άνθρωπο στην κοινωνία...
Κλαίγοντας μ’ αναφιλητά, προσπαθώντας ν’ αποφύγω τη μανία του, κατάφερα να ουρλιάξω:
- Μου έδωσε υποτροφία ο δεσπότης, για να σπουδάσω.
Με κοίταξε με απορία και σταμάτησε την επίθεση. Ζήτησε κατόπιν εορτής να μάθει λεπτομέρειες. Εξιστόρησα με το νι και με το σίγμα τα γεγονότα. Το πρόσωπό μου άρχισε να λάμπει πάλι σιγά-σιγά, τον ξυλοδαρμό τον ξέχασα. Είχα πάθει πια ανοσία απ’ τους ξυλοδαρμούς τόσων χρόνων...
Μαλάκωσε. Πιθανό μετάνιωσε, αλλά συγγνώμη δε μπορούσε τα χρόνια εκείνα να ζητήσει πατέρας από το γιο. Έκανε όμως τότε εκείνο που έπρεπε να έχει κάνει χρόνια πριν, μου μίλησε για τους κωλομπαράδες. Άρχισα να νιώθω μεγάλος.
Την άλλη μέρα με πήρε και πήγαμε στο δεσποτικό. Ζητήσαμε να δούμε το δεσπότη. Αυτός δέχτηκε. Μας υποδέχτηκε με τη γνωστή ψευτο-βυζαντινή του μεγαλοπρέπεια. Γονυκλισίες και χειροφίλημα απ’ τους δυο μας και κατευθείαν στο ψητό. Του είπε ο πατέρας το λόγο της επίσκεψής μας.
- Ξέρω, κύριε, διέκοψε ο δεσπότης. Συγχαρητήρια για το γιο σας. Είναι εξαιρετικό παιδί. Ό,τι υποσχέθηκα θα γίνει. Από σήμερα κιόλας μπορεί να έλθει να μείνει στο οικοτροφείο της Μητρόπολης!
Μιλούσε με στόμφο και με αποφασιστικότητα. Ο πατέρας τα ’χασε. Δεν ήξερε τι να πει. Εξαγριώθηκα για πρώτη φορά στη ζωή μου μπροστά στον πατέρα. Αστραπιαία αποφάσισα να τον υποκαταστήσω. Ο ταπεινός μέχρι τότε ένιωθε να ψηλώνει απότομα. Όρθωσε το ανάστημά του:
- Σεβασμιότατε, έκραξα με κείνη τη βραχνοκοκορίστικη φωνή της εφηβείας, το ξέρετε ότι ζω στο Βόλο και ότι έχω οικογένεια.
- Το ξέρω, παιδί μου, απάντησε αγέρωχα, με κείνη την έπαρση της δύναμης που σίγουρα δεν του εμπιστεύτηκε ο Ιησούς. Αυτή είναι η υποτροφία που σου έταξα χτες βράδυ. Θα ανακουφίσεις τους γονείς σου, που δυσκολεύονται να τα βγάλουν πέρα.
Μούδιασα. Ήθελα να τον βρίσω, μα ήξερα ότι ακόμα και με την υποκατάσταση του πατέρα είχα παραφερθεί. Αλλά δεν άντεχα να μείνω περισσότερο εκεί μέσα. Άνοιξα την πόρτα και την χτύπησα δυνατά πίσω μου βγαίνοντας. Από μέσα μου τον έφτυνα.
Έμαθα αργότερα ότι ο πατέρας ζήτησε συγγνώμη απ’ το δεσπότη και επιφυλάχθηκε να του απαντήσει σε λίγες μέρες. Όταν με βρήκε έξω απ’ το δεσποτικό μου άστραψε πάλι δυο σκαμπίλια, επιδεικτικά, για να το δουν τα τσιράκια του δεσπότη που στέκονταν στην πόρτα. Έπρεπε να κρατήσει τις ισορροπίες. Βαδίζοντας όμως για το σπίτι ένιωθα ότι δεν ήταν και τόσο στενοχωρημένος απ’ τη συμπεριφορά μου. Κάποια στιγμή μάλιστα διαισθάνθηκα ότι μου έριχνε κάποιες κρυφές ματιές θαυμασμού. Έβλεπε ότι ο γιος του άρχιζε να στέκει στα πόδια του, μόνος του, χωρίς «πατερίτσες».
Δε συζητήσαμε καθόλου στο σπίτι τη δεσποτική «υποτροφία». Εγώ μόνο έβριζα και κλωτσούσα ό,τι έβρισκα μπρος μου και στενοχωρούσα τη μάνα, που δε μπορούσε να καταλάβει την πάλη που γινόταν μέσα μου.
Από κείνη τη μέρα η εκκλησία έχασε έναν οπαδό της. Το πρότυπο του δεσπότη έφυγε απ’ το νου μου. Μίσησα το φαρισαϊσμό των ιεραρχών, όπως τον είχε μισήσει και ο ιδρυτής της εκκλησίας.
Με τον Ιησού όμως δεν ξέκοψα.
Θα περνούσαν κάνα δυο χρόνια που θα τον οραματιζόμουν να κατεβαίνει να καθαρίσει τον οίκο του απ’ όλα αυτά τα αρπακτικά.
Με τον Ιησού δεν ξέκοψα ποτέ, ακόμα κι όταν κατάλαβα ότι δεν υπάρχουν θεοί. Από τότε που ένιωσα ότι τους θεούς τους φτιάχνουν τα καθίκια της κοινωνίας για να εκμεταλλευτούν τις μάζες και ταυτόχρονα να ισοπεδώσουν κάθε ιδεολογία.
Ήταν καλός «θεός» ο Ιησούς, κάτι σαν το Σωκράτη. Αργότερα μάλιστα, καθηγητής στην εκπαίδευση, σκέφτηκα να ασχοληθώ με το φαινόμενο Σωκράτη - Ιησού. Όχι τόσο για τα κοινά στη διδασκαλία τους και στον τρόπο ζωής τους, ούτε για τη στάση τους απέναντι στο θάνατο που θα μπορούσαν και οι δυο να αποφύγουν, αν το ήθελαν. Είχα εντοπίσει ακόμα ότι κανένας απ’ τους δυο δε θέλησε ν’ αφήσει πίσω του έστω και ένα γραπτό του κείμενο. Απ’ τους μαθητές και τους αποστόλους τους γνωρίσαμε.
Είχαν καταλάβει άραγε τόσο νωρίς ότι τα λόγια τους και η σκέψη τους δε θα έφερναν καρπούς;
Τον Ιησού τον έχω συνέχεια μέσα μου χωρίς καμιά διάσταση μεταφυσική. Είναι το πρώτο μου εφόδιο στον τραχύ δρόμο που χάραξα. Ίσως και το πιο πολύτιμο.
Το ξέκομμα με την εκκλησία σηματοδοτούσε τη συνέχεια του Γολγοθά. Θα μπορούσα να ’χω πάει με τους «γραμματείς και τους Φαρισαίους» και να είμαι ψηλά σήμερα. Προτίμησα ν’ ακολουθήσω τις δικές μου μυστικές φωνές. Οι φωνές αυτές με έσπρωχναν στο Γολγοθά.
Ο Γολγοθάς ταυτιζόταν πάντα με τον παράδεισο.
Τα γεύτηκα και τα δυο, τα χόρτασα.
Τρίτη, Δεκεμβρίου 22, 2009
Απόσπασμα μικρό από το ΜΙΧΙΣΤΟΡΗΜΑ
Έγινα χριστιανόπουλο από μικρός, κάτω απ’ την καθοδήγηση της μάνας. Δε μπορούσα εγώ να ξεφύγω απ’ το σύνδρομο του οιδιπόδειου κι ακολούθησα τα βήματα που αυτή μου έδειχνε. Η φουκαριάρα, μια και δεν έβλεπε καλά με τα μάτια της, προσπαθούσε να δει με τα μάτια της ψυχής της. Έβλεπε οράματα και στα ξύπνια της και στον ύπνο της. Συχνά έβλεπε την Παναγιά να έρχεται κοντά της και να μιλάει μαζί της και να της εμπιστεύεται διάφορα μυστικά.
Οι γειτόνισσες στο καμαράκι της Κωνσταντά που μέναμε, εκστασιασμένες άκουγαν τη μάνα να διηγιέται τα οράματά της. Εγώ έβλεπα τις γειτόνισσες να σταυροκοπιούνται φεύγοντας και να σιγομουρμουρίζουν ότι «είναι άγια γυναίκα». Τα άκουγα όλα χωρίς να τα πολυκαταλαβαίνω τότε.
Τώρα πια καταλαβαίνω ότι ήταν πράγματι άγια, ήταν ένα από κείνα τα αγνά πλάσματα που σέρνουν το σαρκίο τους στα σκοτεινά. Αν υπήρχε αληθινή εκκλησία, αυτά τα πλάσματα έπρεπε να ανακηρύξει αγίους κι όχι τους μπαγαπόντηδες και τους υποκριτές.
Οι άγιοι προχωρούν στα σκοτεινά, δεν γίνονται ποτέ εικονίσματα που τα εκμεταλλεύονται τα τρωκτικά παπαδαριά για να γεμίσουν τις τσέπες τους και να αποχαυνώσουν τις μάζες.
Ευτυχώς η μάνα δεν αγίασε. Πρόλαβε όμως να μπολιάσει εμένα με την αγιοσύνη της.
Από μικρός δέθηκα με την εκκλησία. Παπαδάκι στην αρχή, όπως τα περισσότερα παιδιά εκείνης της εποχής. Σηκωνόμουνα απ’ τις πέντε το πρωί για να τρέξω στην εκκλησία. Τα θολά μάτια της μάνας δάκρυζαν που έβλεπαν το βλαστάρι της να οδεύει στο δικό της ενοραματικό δρόμο.
Ο πατέρας με έσπρωξε παράλληλα στον προσκοπισμό, φυτώριο τότε για τους μέλλοντες επικυρίαρχους.
Πρωί-πρωί παπαδάκι, μετά στα λυκόπουλα. Εκεί μελέτησα τους λύκους για πρώτη φορά στη ζωή μου και πρωτόνιωσα ότι δεν μπορούσα να γίνω ένας απ’ αυτούς. Ασυνείδητα στην αρχή. Αργότερα, ενήλικος, αυτό θα γινόταν συνειδητά.
Δεν κατάφερα όμως μέχρι σήμερα να ξεκαθαρίσω αν εκείνο το πιτσιρίκι ντυνόταν παπαδάκι από θρησκευτική παρόρμηση ή απ’ την ανάγκη που είχε να παίρνει κάθε Κυριακή το δίφραγκο απ’ τους επιτρόπους της εκκλησίας. Αυτή ήταν η αμοιβή για το θεάρεστο έργο που επιτελούσαμε.
Με την παρατηρητικότητά μου όμως έβλεπα τους επιτρόπους να χώνουν κρυφά στις τσέπες τους κάποια κατοστάρικα. Το παγκάρι αλάφρωνε λίγο, αλλά ο Αϊ - Νικόλας δεν είχε ανάγκη χρημάτων. Μεγαλύτερες ανάγκες είχαν όλοι αυτοί οι μεγαλοσταυρήδες, που μ’ αυτό τον τρόπο αυγάταιναν το βιος τους και ταυτόχρονα καπηλεύονταν τον τίτλο του χριστιανού.
Τίτλος χρήσιμος ανά τους αιώνες.
Όταν έγινα εννιά χρονών αναβαθμίστηκε η επιχείρηση παπαδάκι. Άρχισα να συνοδεύω τις κηδείες, απ’ τον Αϊ-Νικόλα μέχρι το νεκροταφείο. Μακρύς ο δρόμος, με το εξαπτέρυγο αναπεπταμένο μες στο λιοπύρι ή μέσα στο κρύο και τη βροχή, όμως ήταν το κέρδος μεγαλύτερο.
Μας έδιναν ολόκληρο τάλιρο οι συγγενείς, ήταν χουβαρντάδες σε σχέση με τους επίτροπους...
Αργότερα ανέβηκα και στο ψαλτήρι, για κάνα χρόνο. Ήταν δεξής ψάλτης ο μεγάλος κατοπινά Χατζημάρκος.
Με παρότρυνε σ’ αυτό ο πατέρας, που είχε μια μέντα με τη βυζαντινή μουσική. Είχε μέντα και με τις καντάδες. Έπαιζε και στην κιθάρα κάποια ακομπανιαμέντα και τραγουδούσε κιόλας. Μερακλής, όσες φορές η οικονομική κατάσταση του σπιτιού το επέτρεπε. Και παρόλη τη φτώχια μας τα κατάφερνε κάθε φορά που είχαμε γιορτή να γεμίζει το σπίτι μας κόσμο. Ο πατέρας ετοίμαζε μεζεδάκια, είχε γεμάτη τη νταμιτζάνα με ρετσίνα. Η μάνα γκρίνιαζε για τη σπατάλη, αλλά αυτός έκανε το κέφι του. Το μόνο που δεν κατάλαβε ποτέ ο πατέρας είναι ότι κανένας απ’ αυτούς που έρχονταν να φάνε και να πιούνε δεν έκανε το ίδιο στη δική του γιορτή. Αυτοί κέρναγαν μπεζέδες και σοκολατάκι και το απαραίτητο λικέρ. Όμως ο πατέρας ήταν Ρουμελιώτης, δεν είχε πηλιορείτικη καταγωγή.
Εγώ μάζευα εικόνες για να τις προσθέσω στα γονίδιά μου. Σε λίγα χρόνια θα επαναλάμβανα, αυτόνομος πια οικονομικά, τις ίδιες ιστορίες…
Με το Χατζημάρκο όμως δε συνέχισα. Δεν ήταν δάσκαλος για κανένα. Ήθελε απλά να έχει μια κουστωδία τριγύρω του και να ναρκισσεύεται. Κοίταζε ψηλά κι έφτασε ψηλά.
Έξι χρονών κατέβηκα για πρώτη φορά στην Αθήνα. Απέναντι απ’ τα καμαράκια της Κωνσταντά ζούσε η θεία Ελισάβετ, μια μισοανάπηρη γριούλα. Με έβλεπε σαν ψυχογιό της, εγώ τη φώναζα ψυχομάνα.
Η ψυχομάνα ήταν και χατζίνα, γιατί είχε επισκεφτεί πριν χρόνια τα Ιεροσόλυμα. Είχε κοινά με τη Φυλίτσα, την αναπηρία και την αγιοσύνη. Η αγιοσύνη τους ήταν ίδια, στην αναπηρία είχαν διαφορές.
Η ψυχομάνα δε μπορούσε να σταθεί και να περπατήσει χωρίς στήριγμα. Τα πόδια της ήταν οι πιο τέλειες «παρενθέσεις» που είχα δει στη ζωή μου. Μόνο όταν πατούσε και στα δυο κατάφερνε να σταθεί για λίγο χρόνο όρθια, χωρίς να πέφτει. Αν στεκόταν στο ένα έπεφτε.
Έπρεπε να έχει κάποιον δίπλα της και να τη στηρίζει. Η μάνα της έδινε το χέρι της να κρατηθεί, η ψυχομάνα την οδηγούσε με τα μάτια της. Είχαν γίνει ένα ντουέτο, όπου η μια συμπλήρωνε την άλλη.
Το ’χε τάμα να επισκεφτεί στα Σπάτα το μοναστήρι της Αγίας Φωτεινής η ψυχομάνα. Είχε και μια σύνταξη που της επέτρεπε να έχει μια οικονομική άνεση, που στα μάτια τα δικά μας φάνταζε ως ευμάρεια. Αποφάσισε το ταξίδι στην Αθήνα και πήρε τη μάνα κι εμένα μαζί της.
Η Φωτεινή είχε δει τον Ιησού να κατεβαίνει κοντά της, να κάθεται δίπλα της σ’ ένα μεγάλο βράχο και να μιλάει μαζί της. Ένα απ’ τα πολλά θαύματα που γίνονταν ακόμα εκείνα τα χρόνια της μεταφυσικής αφέλειας. Ίδια μ’ αυτά που συμβαίνουν ακόμη και στις μέρες μας.
Το θαύμα το καρπώθηκε αμέσως το ιερατείο. Έστησε στα γρήγορα ένα μοναστηράκι και άρπαζε τις προσφορές των πιστών, που συνέρεαν για να προσκυνήσουν το βράχο, πάνω στον οποίο είχαν μείνει τα σημάδια απ’ τις πατούσες του Ιησού.
Μας έδειχνε η καλόγρια τα σημάδια και σταυροκοπιόταν κάθε φορά που ανάφερε τον Ιησού. Η μάνα και η ψυχομάνα δάκρυζαν, εγώ ταξίδευα μαζί με τον Ιησού.
Η καλόγρια έβλεπε την αφοσίωσή μας με την άκρη του ματιού της. Θέλησε να μας βοηθήσει ακόμα περισσότερο. Είπε στη μάνα ότι μπορεί να της πουλήσει ένα μικρό πετραδάκι από τον αγιασμένο βράχο για πενήντα δραχμές, κάπου δέκα χιλιάδες σημερινά χρήματα.
Η μάνα ταξίδεψε αμέσως στους εφτά ουρανούς. Έβγαλε το κομπόδεμα και της μέτρησε το πενηντάρι. Την ίδια κιόλας μέρα έραψε το πετραδάκι σ’ ένα χαϊμαλί και το παραμάνιασε στη μάλλινη φανέλα της…
Η καλόγρια θα πρέπει να έγινε πλούσια εκείνα τα χρόνια, πιθανό να έκανε πλούσιους κι όσους απ’ το ιερατείο της έδιναν τη «θεία» κάλυψη της πώλησης του ιερού βράχου. Δεν ξαναπήγα στα Σπάτα από τότε για να δω αν έμεινε τίποτε απ’ το βράχο. Άπειρος πρέπει να ήταν ο βράχος, όπως ήταν κάποτε άπειρος και ο τίμιος σταυρός.
Θαύματα δεν έκανε ο Χριστός, τα έκανε το ιερατείο του.
Στα επόμενα παιδικά μου βήματα όμως το πετραδάκι αυτό θα με βοηθούσε να προκόψω στα γράμματα. Κάθε φορά που ήταν να δώσω εξετάσεις στο σχολείο, η μάνα το έβγαζε απ’ το χαϊμαλί, το βουτούσε σ’ ένα ποτήρι νερό και μου έδινε να πιω το νερό.
- Το αγιασμένο νερό θα σε βοηθήσει, έλεγε η μάνα.
Τα μάτια της δεν την άφηναν να δει ότι εγώ διάβαζα κιόλας, με τα μάτια της ψυχής της μόνο πραγμάτωνε κάθε πόθο της.
Οι γειτόνισσες στο καμαράκι της Κωνσταντά που μέναμε, εκστασιασμένες άκουγαν τη μάνα να διηγιέται τα οράματά της. Εγώ έβλεπα τις γειτόνισσες να σταυροκοπιούνται φεύγοντας και να σιγομουρμουρίζουν ότι «είναι άγια γυναίκα». Τα άκουγα όλα χωρίς να τα πολυκαταλαβαίνω τότε.
Τώρα πια καταλαβαίνω ότι ήταν πράγματι άγια, ήταν ένα από κείνα τα αγνά πλάσματα που σέρνουν το σαρκίο τους στα σκοτεινά. Αν υπήρχε αληθινή εκκλησία, αυτά τα πλάσματα έπρεπε να ανακηρύξει αγίους κι όχι τους μπαγαπόντηδες και τους υποκριτές.
Οι άγιοι προχωρούν στα σκοτεινά, δεν γίνονται ποτέ εικονίσματα που τα εκμεταλλεύονται τα τρωκτικά παπαδαριά για να γεμίσουν τις τσέπες τους και να αποχαυνώσουν τις μάζες.
Ευτυχώς η μάνα δεν αγίασε. Πρόλαβε όμως να μπολιάσει εμένα με την αγιοσύνη της.
Από μικρός δέθηκα με την εκκλησία. Παπαδάκι στην αρχή, όπως τα περισσότερα παιδιά εκείνης της εποχής. Σηκωνόμουνα απ’ τις πέντε το πρωί για να τρέξω στην εκκλησία. Τα θολά μάτια της μάνας δάκρυζαν που έβλεπαν το βλαστάρι της να οδεύει στο δικό της ενοραματικό δρόμο.
Ο πατέρας με έσπρωξε παράλληλα στον προσκοπισμό, φυτώριο τότε για τους μέλλοντες επικυρίαρχους.
Πρωί-πρωί παπαδάκι, μετά στα λυκόπουλα. Εκεί μελέτησα τους λύκους για πρώτη φορά στη ζωή μου και πρωτόνιωσα ότι δεν μπορούσα να γίνω ένας απ’ αυτούς. Ασυνείδητα στην αρχή. Αργότερα, ενήλικος, αυτό θα γινόταν συνειδητά.
Δεν κατάφερα όμως μέχρι σήμερα να ξεκαθαρίσω αν εκείνο το πιτσιρίκι ντυνόταν παπαδάκι από θρησκευτική παρόρμηση ή απ’ την ανάγκη που είχε να παίρνει κάθε Κυριακή το δίφραγκο απ’ τους επιτρόπους της εκκλησίας. Αυτή ήταν η αμοιβή για το θεάρεστο έργο που επιτελούσαμε.
Με την παρατηρητικότητά μου όμως έβλεπα τους επιτρόπους να χώνουν κρυφά στις τσέπες τους κάποια κατοστάρικα. Το παγκάρι αλάφρωνε λίγο, αλλά ο Αϊ - Νικόλας δεν είχε ανάγκη χρημάτων. Μεγαλύτερες ανάγκες είχαν όλοι αυτοί οι μεγαλοσταυρήδες, που μ’ αυτό τον τρόπο αυγάταιναν το βιος τους και ταυτόχρονα καπηλεύονταν τον τίτλο του χριστιανού.
Τίτλος χρήσιμος ανά τους αιώνες.
Όταν έγινα εννιά χρονών αναβαθμίστηκε η επιχείρηση παπαδάκι. Άρχισα να συνοδεύω τις κηδείες, απ’ τον Αϊ-Νικόλα μέχρι το νεκροταφείο. Μακρύς ο δρόμος, με το εξαπτέρυγο αναπεπταμένο μες στο λιοπύρι ή μέσα στο κρύο και τη βροχή, όμως ήταν το κέρδος μεγαλύτερο.
Μας έδιναν ολόκληρο τάλιρο οι συγγενείς, ήταν χουβαρντάδες σε σχέση με τους επίτροπους...
Αργότερα ανέβηκα και στο ψαλτήρι, για κάνα χρόνο. Ήταν δεξής ψάλτης ο μεγάλος κατοπινά Χατζημάρκος.
Με παρότρυνε σ’ αυτό ο πατέρας, που είχε μια μέντα με τη βυζαντινή μουσική. Είχε μέντα και με τις καντάδες. Έπαιζε και στην κιθάρα κάποια ακομπανιαμέντα και τραγουδούσε κιόλας. Μερακλής, όσες φορές η οικονομική κατάσταση του σπιτιού το επέτρεπε. Και παρόλη τη φτώχια μας τα κατάφερνε κάθε φορά που είχαμε γιορτή να γεμίζει το σπίτι μας κόσμο. Ο πατέρας ετοίμαζε μεζεδάκια, είχε γεμάτη τη νταμιτζάνα με ρετσίνα. Η μάνα γκρίνιαζε για τη σπατάλη, αλλά αυτός έκανε το κέφι του. Το μόνο που δεν κατάλαβε ποτέ ο πατέρας είναι ότι κανένας απ’ αυτούς που έρχονταν να φάνε και να πιούνε δεν έκανε το ίδιο στη δική του γιορτή. Αυτοί κέρναγαν μπεζέδες και σοκολατάκι και το απαραίτητο λικέρ. Όμως ο πατέρας ήταν Ρουμελιώτης, δεν είχε πηλιορείτικη καταγωγή.
Εγώ μάζευα εικόνες για να τις προσθέσω στα γονίδιά μου. Σε λίγα χρόνια θα επαναλάμβανα, αυτόνομος πια οικονομικά, τις ίδιες ιστορίες…
Με το Χατζημάρκο όμως δε συνέχισα. Δεν ήταν δάσκαλος για κανένα. Ήθελε απλά να έχει μια κουστωδία τριγύρω του και να ναρκισσεύεται. Κοίταζε ψηλά κι έφτασε ψηλά.
Έξι χρονών κατέβηκα για πρώτη φορά στην Αθήνα. Απέναντι απ’ τα καμαράκια της Κωνσταντά ζούσε η θεία Ελισάβετ, μια μισοανάπηρη γριούλα. Με έβλεπε σαν ψυχογιό της, εγώ τη φώναζα ψυχομάνα.
Η ψυχομάνα ήταν και χατζίνα, γιατί είχε επισκεφτεί πριν χρόνια τα Ιεροσόλυμα. Είχε κοινά με τη Φυλίτσα, την αναπηρία και την αγιοσύνη. Η αγιοσύνη τους ήταν ίδια, στην αναπηρία είχαν διαφορές.
Η ψυχομάνα δε μπορούσε να σταθεί και να περπατήσει χωρίς στήριγμα. Τα πόδια της ήταν οι πιο τέλειες «παρενθέσεις» που είχα δει στη ζωή μου. Μόνο όταν πατούσε και στα δυο κατάφερνε να σταθεί για λίγο χρόνο όρθια, χωρίς να πέφτει. Αν στεκόταν στο ένα έπεφτε.
Έπρεπε να έχει κάποιον δίπλα της και να τη στηρίζει. Η μάνα της έδινε το χέρι της να κρατηθεί, η ψυχομάνα την οδηγούσε με τα μάτια της. Είχαν γίνει ένα ντουέτο, όπου η μια συμπλήρωνε την άλλη.
Το ’χε τάμα να επισκεφτεί στα Σπάτα το μοναστήρι της Αγίας Φωτεινής η ψυχομάνα. Είχε και μια σύνταξη που της επέτρεπε να έχει μια οικονομική άνεση, που στα μάτια τα δικά μας φάνταζε ως ευμάρεια. Αποφάσισε το ταξίδι στην Αθήνα και πήρε τη μάνα κι εμένα μαζί της.
Η Φωτεινή είχε δει τον Ιησού να κατεβαίνει κοντά της, να κάθεται δίπλα της σ’ ένα μεγάλο βράχο και να μιλάει μαζί της. Ένα απ’ τα πολλά θαύματα που γίνονταν ακόμα εκείνα τα χρόνια της μεταφυσικής αφέλειας. Ίδια μ’ αυτά που συμβαίνουν ακόμη και στις μέρες μας.
Το θαύμα το καρπώθηκε αμέσως το ιερατείο. Έστησε στα γρήγορα ένα μοναστηράκι και άρπαζε τις προσφορές των πιστών, που συνέρεαν για να προσκυνήσουν το βράχο, πάνω στον οποίο είχαν μείνει τα σημάδια απ’ τις πατούσες του Ιησού.
Μας έδειχνε η καλόγρια τα σημάδια και σταυροκοπιόταν κάθε φορά που ανάφερε τον Ιησού. Η μάνα και η ψυχομάνα δάκρυζαν, εγώ ταξίδευα μαζί με τον Ιησού.
Η καλόγρια έβλεπε την αφοσίωσή μας με την άκρη του ματιού της. Θέλησε να μας βοηθήσει ακόμα περισσότερο. Είπε στη μάνα ότι μπορεί να της πουλήσει ένα μικρό πετραδάκι από τον αγιασμένο βράχο για πενήντα δραχμές, κάπου δέκα χιλιάδες σημερινά χρήματα.
Η μάνα ταξίδεψε αμέσως στους εφτά ουρανούς. Έβγαλε το κομπόδεμα και της μέτρησε το πενηντάρι. Την ίδια κιόλας μέρα έραψε το πετραδάκι σ’ ένα χαϊμαλί και το παραμάνιασε στη μάλλινη φανέλα της…
Η καλόγρια θα πρέπει να έγινε πλούσια εκείνα τα χρόνια, πιθανό να έκανε πλούσιους κι όσους απ’ το ιερατείο της έδιναν τη «θεία» κάλυψη της πώλησης του ιερού βράχου. Δεν ξαναπήγα στα Σπάτα από τότε για να δω αν έμεινε τίποτε απ’ το βράχο. Άπειρος πρέπει να ήταν ο βράχος, όπως ήταν κάποτε άπειρος και ο τίμιος σταυρός.
Θαύματα δεν έκανε ο Χριστός, τα έκανε το ιερατείο του.
Στα επόμενα παιδικά μου βήματα όμως το πετραδάκι αυτό θα με βοηθούσε να προκόψω στα γράμματα. Κάθε φορά που ήταν να δώσω εξετάσεις στο σχολείο, η μάνα το έβγαζε απ’ το χαϊμαλί, το βουτούσε σ’ ένα ποτήρι νερό και μου έδινε να πιω το νερό.
- Το αγιασμένο νερό θα σε βοηθήσει, έλεγε η μάνα.
Τα μάτια της δεν την άφηναν να δει ότι εγώ διάβαζα κιόλας, με τα μάτια της ψυχής της μόνο πραγμάτωνε κάθε πόθο της.
Δευτέρα, Δεκεμβρίου 21, 2009
Οικονομική κρίση προ των πρόναων
Τι άλλο έχουμε ν’ ακούσουμε αυτές τις μέρες!
Ανακοίνωσε η Ορθόδοξη εκκλησία
πως δεν τη βγάζει οικονομικά.
• Το παγκάρι είναι μείον
• Η δισκοφορία δεν αποφέρει κέρδη
• Οι πιστοί λιγοστεύουν στον τόπο
• Τάματα δε γίνονται πλέον ούτε δωρεές
Πώς θα ζήσουν οι έμποροι της εκκλησίας;
Αναγκάστηκαν να το ρίξουν στις επιχειρήσεις.
Αγοράζουν βίλες και χτίζουν ξενοδοχεία και γκολφ.
Απαγορεύουν γάμους και βαφτίσια στα ξωκλήσια.
Μόνο σε εγκεκριμένους ναούς οι γάμοι…
Ιδρύουν ιδιωτικά σχολεία.
Στήνουν καφετέριες και εστιατόρια.
Προωθούν προσκυνηματικούς τουρισμούς,
για να κλέψουν το υστέρημα των αφελών.
Ο Ιησούς είναι απογοητευμένος «συντελώς».
Κάποτε πήρε το φραγγέλιο ανά χείρας
για να διώξει τους εμπόρους που πουλούσαν
το εμπόρευμά τους έξω απ’ το Ναό.
Τώρα οι έμποροι είναι εντός του Ναού,
είναι οι δικοί του υπηρέτες.
Οι υπηρέτες του ξεπουλούν τον ίδιο.
Μπορεί να ξεκινήσει έναν εμφύλιο πόλεμο;
Μήπως ο λαός αναζητήσει πάλι ένα Βαραββά;
Υ.Γ.
Δεν πιστεύω σε Βαραββάδες και Σταλίνες,
δεν πιστεύω ούτε σε βρόμικα ιερατεία…
Τον Ιησού τον έχω φυλαχτό μέσα μου.
Οι άλλοι τον κρεμάνε χρυσό στο λαιμό τους.
Υποκριτικός ο χρυσός σταυρός,
έμπρακτη η καθημερινή σταύρωσή του.
Ανακοίνωσε η Ορθόδοξη εκκλησία
πως δεν τη βγάζει οικονομικά.
• Το παγκάρι είναι μείον
• Η δισκοφορία δεν αποφέρει κέρδη
• Οι πιστοί λιγοστεύουν στον τόπο
• Τάματα δε γίνονται πλέον ούτε δωρεές
Πώς θα ζήσουν οι έμποροι της εκκλησίας;
Αναγκάστηκαν να το ρίξουν στις επιχειρήσεις.
Αγοράζουν βίλες και χτίζουν ξενοδοχεία και γκολφ.
Απαγορεύουν γάμους και βαφτίσια στα ξωκλήσια.
Μόνο σε εγκεκριμένους ναούς οι γάμοι…
Ιδρύουν ιδιωτικά σχολεία.
Στήνουν καφετέριες και εστιατόρια.
Προωθούν προσκυνηματικούς τουρισμούς,
για να κλέψουν το υστέρημα των αφελών.
Ο Ιησούς είναι απογοητευμένος «συντελώς».
Κάποτε πήρε το φραγγέλιο ανά χείρας
για να διώξει τους εμπόρους που πουλούσαν
το εμπόρευμά τους έξω απ’ το Ναό.
Τώρα οι έμποροι είναι εντός του Ναού,
είναι οι δικοί του υπηρέτες.
Οι υπηρέτες του ξεπουλούν τον ίδιο.
Μπορεί να ξεκινήσει έναν εμφύλιο πόλεμο;
Μήπως ο λαός αναζητήσει πάλι ένα Βαραββά;
Υ.Γ.
Δεν πιστεύω σε Βαραββάδες και Σταλίνες,
δεν πιστεύω ούτε σε βρόμικα ιερατεία…
Τον Ιησού τον έχω φυλαχτό μέσα μου.
Οι άλλοι τον κρεμάνε χρυσό στο λαιμό τους.
Υποκριτικός ο χρυσός σταυρός,
έμπρακτη η καθημερινή σταύρωσή του.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)