ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΗΝ ΤΕΤΑΡΤΗ ΕΞΟΥΣΙA ΤΩΝ ΝΤΑΒΑΤΖΗΔΩΝ. ΤΟ ΑΡΝΙ ΕΞΩ ΑΠΟ ΤΟ ΜΑΝΤΡΙ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΤΟ ΦΑΕΙ Ο ΛΥΚΟΣ. ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΜΑΝΤΡΙ ΤΟ ΤΡΩΕΙ ΣΙΓΟΥΡΑ Ο ΤΣΟΠΑΝΟΣ.
Τετάρτη, Φεβρουαρίου 23, 2011
Τρίτη, Φεβρουαρίου 22, 2011
Η Μαρία από το Πήλιο έγραψε ένα σχόλιο. Εγώ δεν μπορώ να το θάψω στα σχόλια…
Όταν ήμουν παιδί , σιωπούσα…
Ένοιωθα πως αν μιλήσω, κανείς δεν θα με καταλάβει.
Και βίωνα απίστευτη μοναξιά.
Στην εφηβεία, που κράτησε χρόνια πολλά, η σιωπή έσπασε
κι έγινε κραυγή.
«Δεν μπορεί», φώναζα, «θα τον αλλάξουμε τον κόσμο!».
«Η κόλαση είναι οι άλλοι», πείστηκα.
Κι έβλεπα πως δεν αλλάζει…
«Η κόλαση είναι μέσα μας» , σκέφτηκα και βάλθηκα ν’ αλλάξω
το μέσα μου.
Και το πέπλο της σιωπής με σκέπασε ξανά.
Βόλεμα φάνηκε.
Αν απ’ τη φύση δεν έχεις πλαστεί για να βολεύεσαι όμως,
ό,τι και να κάνεις ,δεν θα τα καταφέρεις.
Τώρα , στα μισά και βάλε του δρόμου,
η κραυγή πιέζεται στο στήθος, θέλει να βγει…
Νοιώθω πως, αυτή τη φορά, θα βρει συνοδοιπόρους.
Υ.Γ. Δεν υπάρχει πιο δυνατός ήχος ,
απ’ αυτόν που κάνει η σιωπή, όταν σπάει…
Ένοιωθα πως αν μιλήσω, κανείς δεν θα με καταλάβει.
Και βίωνα απίστευτη μοναξιά.
Στην εφηβεία, που κράτησε χρόνια πολλά, η σιωπή έσπασε
κι έγινε κραυγή.
«Δεν μπορεί», φώναζα, «θα τον αλλάξουμε τον κόσμο!».
«Η κόλαση είναι οι άλλοι», πείστηκα.
Κι έβλεπα πως δεν αλλάζει…
«Η κόλαση είναι μέσα μας» , σκέφτηκα και βάλθηκα ν’ αλλάξω
το μέσα μου.
Και το πέπλο της σιωπής με σκέπασε ξανά.
Βόλεμα φάνηκε.
Αν απ’ τη φύση δεν έχεις πλαστεί για να βολεύεσαι όμως,
ό,τι και να κάνεις ,δεν θα τα καταφέρεις.
Τώρα , στα μισά και βάλε του δρόμου,
η κραυγή πιέζεται στο στήθος, θέλει να βγει…
Νοιώθω πως, αυτή τη φορά, θα βρει συνοδοιπόρους.
Υ.Γ. Δεν υπάρχει πιο δυνατός ήχος ,
απ’ αυτόν που κάνει η σιωπή, όταν σπάει…
Δευτέρα, Φεβρουαρίου 21, 2011
Αποκρατικοποιώ αντί Ιδιωτικοποιώ ή η Δικτατορία των Λέξεων

“ Αρχή παιδεύσεως η των ονομάτων επίσκεψις”(Αντισθένης*)
Aπό τον Αλέξανδρο Πιστοφίδη
Υποχθόνια και αθόρυβα, η Εργασία έγινε Απασχόληση και η Απασχόληση Απασχολησιμότητα, το Υπουργείο Εργασίας έγινε Υπουργείο Απασχόλησης, και η απαγορευμένη για σοσιαλιστές λέξη Ιδιωτικοποίηση, για λόγους εξευμενισμού, έγινε Αποκρατικοποίηση. Η λέξη Αποκρατικοποίηση αντί Ιδιωτικοποίηση είναι ελληνική νεωτεριστική πατέντα. Η ιδιοκτησία κάποιου αντικειμένου ανήκει ή στο κράτος ή σε ιδιώτες εκτός κι αν κάτι αποκρατικοποιείται και εξαϋλώνεται. Δώστε τη λέξη Αποκρατικοποίηση στο Google translate και θα δείτε πως σε όλες τις ευρωπαϊκές γλώσσες μεταφράζεται σαν Ιδιωτικοποίηση, που είναι η «ακριβής εξέταση της σημασίας της- η των ονομάτων επίσκεψις» κατά τον Αντισθένη, ώστε το νόημα της λέξης να γίνεται κατανοητό συμβάλλοντας στην παιδεία των ανθρώπων. Εδώ και αρκετό καιρό παρατηρούμε από την πλευρά της εκάστοτε εξουσίας, μια συνεχή προσπάθεια σύγχυσης και ...
αποπροσανατολισμού μας. Ακόμα και οι λέξεις που χρησιμοποιούν τελευταία κατά κόρον( Διαφάνεια, Διαύγεια, συμμετοχική δημοκρατία, κοινωνικός αυτοματισμός αντί διαίρει και βασίλευε κ.λ.π.), δεν έχουν άλλο σκοπό από το να μας παραπλανήσουν. Όταν διακηρύττεις κάτι στο οποίο εσύ ο ίδιος δεν πιστεύεις, αλλά σκοπός σου είναι να γίνει αυτό κανόνας ζωής των πολλών αφελών, ένας είναι ο σκοπός σου: Να παραμένουν οι πολλοί ηλίθιοι ώστε εσύ να παραμένεις «ξύπνιος και μάγκας». Πριν δέκα περίπου χρόνια, στο βιβλίο μου «Εναλλακτικός Επαγγελματικός προσανατολισμός», έγραφα τα παρακάτω:
«”Η εμπειρία διδάσκει πως οι άνθρωποι ζουν για τις ιδέες τους και καθοδηγούνται από αυτές. Οι ιδέες μεταδίδονται μέσα από το λόγο, τις λέξεις. Για να υποτάξουμε τον τρόπο σκέψης και να μετατρέψουμε τους ανθρώπους σε μη σκεπτόμενα όντα θα πρέπει να τους αναγκάσουμε να κατανοούν τα πράγματα μόνο μέσα από εικόνες και όχι μέσα από τη γλώσσα”. Το παραπάνω κείμενο το δανείστηκα από το 16ο από τα λεγόμενα 24 “πρωτόκολλα των σοφών της Σιών” Μου είναι αδιάφορο αν το έγραψαν οι μυστικές υπηρεσίες του Τσάρου, ο Μιχαήλ Στρογγώφ, καποιοι Σιωνιστές το 1897 ή είναι απόσπασμα από ένα βιβλίο του Maurice Joly (1864) με τίτλο: “Διάλογοι στην κόλαση μεταξύ του Μακιαβέλι και του Μοντεσκιέ”. Οποιοι κι αν το έγραψαν πριν 100 ή 140 χρόνια, σίγουρα δεν ήταν ηλίθιοι. Είμαι εναντίον όλων αυτών των συνωμοσιολογικών θεωριών περί σκοτεινών δυνάμεων, που επιβουλεύονται το μεγαλείο μας, γιατί δεν μας βοηθούν σε κάτι πέρα από το ν’ απογοητευτούμε και να αδρανοποιηθούμε. Αυτό δε σημαίνει πως πρέπει να φτάσει κανείς και στην αντίπερα όχθη της απόλυτης αφέλειας. Οι παραπάνω σκέψεις, που γράφτηκαν σε μια εποχή όπου δεν υπήρχε καν κινηματογράφος, είναι ιδιοφυείς και σατανικές. Ιδιοφυείς γιατί μόλις τα τελευταία 50 χρόνια έχει γίνει κατανοητή η σημασία της γλώσσας και του λόγου για την ανάπτυξη του ανθρώπινου μυαλού. Αυτός που έχει αποδείξει τη σχέση ευφυϊας και γλώσσας είναι ο Αμερικανοεβραίος στοχαστής, και αντισιωνιστής, Τσόμσκι. ( Ρίξτε μια ματιά να δείτε ποιοι ελέγχουν την βιομηχανία της εικόνας του κινηματογράφου και της τηλεόρασης εδώ και έναν αιώνα και ποιοι επενδύουν σ’ αυτήν ακόμα και όταν δεν είναι κερδοφόρα)
Στο πρωτοποριακό του φιλμ «Φαρενάϊτ 451», ο Φ. Τριφό, δείχνει μια μελλοντική φασιστική κοινωνία όπου απαγορεύονται και καίγονται όλα τα βιβλία, ενώ επιτρέπεται μόνο η εικόνα της τηλεόρασης και του κινηματογράφου. Σήμερα βλέπουμε ότι δεν χρειάζεται καν να τα κάψεις. Αρχίζει και γίνεται πλέον συνήθεια οι άνθρωποι να μαθαίνουν κύρια από εικόνες. Τα ΜΜΕ επηρεάζουν σε μεγάλο βαθμό την εικόνα του παρόντος αλλά και του μέλλοντός μας.. Οι αναγνώστες μεταμορφώνονται ολοένα και περισσότερο σε ακροατές-θεατές. Σήμερα δεν ισχύει πλέον το “εν αρχή ην ο λόγος” αλλά το “εν αρχή ην η εικόνα”. Ολοένα και περισσότεροι νέοι, ακόμη και φοιτητές δε γνωρίζουν πλέον ικανοποιητικά τη γλώσσα τους. Αυτό λειτουργεί σαν ένας φαύλος κύκλος. Οσο λιγότερο γνωρίζει κανείς τη γλώσσα του τόσο λιγότερο διαβάζει διότι διαπιστώνει, ότι πολλά ακόμη και απλογραμμένα κείμενα δεν είναι πλέον κατανοητά.
Τον τελευταίο καιρό γινόμαστε συνεχώς μάρτυρες σύγχυσης αναφορικά με τον επαναπροσδιορισμό λέξεων και των εννοιών τους. Και όμως η διαστρέβλωση, ή καλύτερα η παραχάραξη λέξεων και εννοιών δεν είναι το αποτέλεσμα της βλακείας των παραχαρακτών. Κάθε άλλο. Γνωρίζουν καλύτερα από τον Τσόμσκι, πως η ανάπτυξη του μυαλού βρίσκεται σε απόλυτη συσχέτιση με τον πλούτο των λέξεων και των ακριβών εννοιών τους. Ανατρέποντας τη σημασία των λέξεων, δημιουργείς σύγχυση ακόμη και στα μυαλά ευφυών ανθρώπων. Διασκεδάζεις με τη δύναμή σου να δημιουργείς, αυτό που δεν τόλμησαν ούτε οι ίδιοι οι θεοί, και ξαναβαφτίζεις λέξεις και παράλληλα φτιάχνεις μυαλά ελεγχόμενα και στα μέτρα σου. Οι άνθρωποι σαν μάζες συνηθίζουν σε όλα. Το αν και κατά πόσο, σε μερικά χρόνια θα συνηθίσουμε και σε άλλες προσπάθειες επαναπροσδιορισμού των εννοιών των λέξεων, που σήμερα μας εξοργίζει η οποιαδήποτε απόπειρα, θα εξαρτηθεί από τις άμυνες της ελευθερίας του καθενός μας»( αυτά τα έγραφα πριν δέκα χρόνια)
Αν τρέμουμε ακόμα τις στρατιωτικές δικτατορίες, είναι γιατί δεν έχουμε ακόμα γνωρίσει τι σημαίνει Soft-δικτατορία με κοινοβουλευτικό μανδύα. Όπως έγραφε η Κατερίνα Γώγου σε ένα ποίημά της : «Πρόσεχε γιατί τώρα δεν πυροβολούν πια στα πόδια αλλά στο μυαλό»!Στα πόδια πυροβολούν ακόμα μόνο σε υπανάπτυκτες δικτατορίες.
Κυριακή, Φεβρουαρίου 20, 2011
Η επανάσταση των σιωπηλών
του Γιώργου Γραμματικάκη 16/02/2011
"Οι Σειρήνες όμως έχουν ένα όπλο πιο φοβερό και από το τραγούδι: τη σιωπή τους. Και πιθανότερο, παρόλο που δεν έτυχε ποτέ, θα ήταν να γλυτώσεις από το τραγούδι τους, παρά από τη σιωπή τους."
Φραντς Κάφκα, Η σιωπή των σειρήνων
Καθώς η κρίση απλώνει βαριά την σκιά της στην χώρα και τις ψυχές μας, πολλοί προσπαθούν να προδικάσουν το μέλλον. Κάποιοι αναλυτές θεωρούν ότι θα υπάρξουν βίαιες αντιδράσεις, άλλοι πάλι ότι η απάθεια θα εξακολουθήσει να κυριαρχεί.
Ενώ όμως μια κλασική επανάσταση δεν είναι ανάμεσα στα ενδεχόμενα -ούτε οι συνθήκες υπάρχουν, ούτε ο εχθρός είναι ορατός- εγώ οραματίζομαι από παλιά μια άλλη επανάσταση. Μια επανάσταση διαφορετική από όσες περιγράφουν τα βιβλία, από όσες απεικονίζουν στις ταινίες τους οι σκηνοθέτες. Την ανάγκη της μάλιστα διατύπωσα πολλά χρόνια πριν. Kαθώς όμως περνά ο καιρός αυτή η άλλη επανάσταση, που οραματίζομαι, κερδίζει διαρκώς σε περιεχόμενο και ορμή.
Η επανάσταση λοιπόν, που οραματίζομαι, θα είναι μια επανάσταση των σιωπηλών. Δεν θα έχει σημαίες αναπεπταμένες, συνθήματα και ιδεολογικές διακηρύξεις. Θα είναι μια επανάσταση βουβή, που θα στηρίζεται απλώς στην αλληλεγγύη των βλεμμάτων. Θα ξεκινήσει από την απόλυτη, την οργισμένη σιωπή, και θα αποδώσει στον άνθρωπο όσα στερήθηκε, όσα ονειρεύτηκε, ό,τι ζήτησε με κραυγές –πριν επιλέξει την σιωπή.
Γιατί αυτή η σιωπή, είναι η απόγνωση και η προσδοκία του. Δεν είναι αποδοχή, μήτε μοιρολατρία. Η σιωπή είναι το μέτρο της διαψευσμένης του ζωής, η πίκρα για τις επαγγελίες που ακυρώθηκαν, η οργή για την υποκρισία και το ψέμα. Η σιωπή είναι το ανώτερο στάδιο της πολιτικής ωριμότητας. Αν οδηγήσει στην επανάσταση, θα είναι μια επανάσταση αληθινή, αφού για πρώτη φορά δεν θα δεσμεύεται από τα λόγια της. Θα δεσμεύεται μόνον από τα αισθήματα της.
Η επανάσταση των σιωπηλών, δεν απευθύνεται λοιπόν σε ορισμένες τάξεις κοινωνικές, ούτε υπόσχεται ευημερία και δικαιώματα. Υπόσχεται μόνον μια άλλη γλώσσα: Την ξεχασμένη γλώσσα της ειλικρίνειας και της ευθύνης. Δεν επιδιώκει την εξουσία, αφού όπως απέδειξε η Iστορία, αυτό οδηγεί στην βία και τον εκφυλισμό. Επιδιώκει, όμως, να αποδώσει στον άνθρωπο την εξουσία της ζωής του, να απαντήσει στην βουβή απόγνωση της σιωπής του. «Η επανάσταση», σχολιάζει ένας θεωρητικός της, «συνιστά μια πνευματική αναταραχή, μέσω της οποίας μια ομάδα ανθρώπων επιδιώκει να θέσει νέα θεμέλια για την ύπαρξη της».
Σε αυτήν λοιπόν την επανάσταση, που αναζητά αιωνίως τα θεμέλια της, δεν έχουν ίσως θέση οι ποιητές, μήτε οι φιλόσοφοι. Έχουν όμως θέση οπωσδήποτε οι άνεργοι. Ο φιλόσοφος προσπαθεί να καταλάβει τον κόσμο, ο ποιητής δημιουργεί τον δικό του. Ο άνεργος όμως τον στερείται εξ ορισμού. Η ανεργία αποτελεί τον παραλογισμό ενός πολιτισμού, που δεν παύει να επαίρεται για τις κατακτήσεις του. Ο παραλογισμός αυτός, αλλού εκδηλώνεται στην πρόκληση της χλιδής, στον άνεργο σε ταπεινώσεις που δεν τελειώνουν. Ο άνεργος κατέφυγε στην σιωπή, επειδή κουράστηκε να ακούει για επενδύσεις και για τη μείωση της ανεργίας, που εξαιρούν ωστόσο πάντοτε τον ίδιο. Ο άνεργος είναι πια σιωπηλός, όχι επειδή θέλει να κρύψει την οργή του, αλλά επειδή δεν αντέχει να μιλήσει άλλο.
Η σιωπή -που κρύβει την απόγνωση- χαρακτηρίζει ακόμα όσους έχουν έγνοια πραγματική για την φύση και το περιβάλλον. Δεν είναι πάντοτε οι «οικολόγοι». Οι οικολόγοι φλυαρούν χωρίς μέτρο, καταφεύγουν σε θεωρίες και αναλύσεις, ενώ συχνά κρυφοκοιτάζουν την εξουσία. Στην επανάσταση των σιωπηλών θα συμμετέχουν οι άλλοι: Όσοι γνωρίζουν ότι η ανάσα της φύσεως είναι το ίδιο σπουδαία με την δική τους ανάσα, ότι τα τραύματά της αποτελούν τραύματα στο δικό τους το σώμα και την ψυχή. Αν σήμερα η μόνη προσδοκία τους είναι η επανάσταση των σιωπηλών, είναι επειδή κουράστηκαν να υπομένουν: Την ασίγαστη μανία καταστροφής ενός ευλογημένου τόπου, τις απάνθρωπες πόλεις που στεγνώνουν τις ψυχές, την θυσία του αιώνιου και του αναγκαίου στο εφήμερο και το ταπεινό.
Η επανάσταση των σιωπηλών, δεν υπόσχεται νόμους και διατάγματα, που θα αποβλέπουν στην «προστασία» του περιβάλλοντος. Θεωρεί, αντίθετα, ότι είναι ο άνθρωπος που επείγει να προστατευθεί. Εκείνος –που σήμερα σιωπά με απόγνωση- οδηγείται σταθερά στην αποξένωση, επειδή το περιβάλλον μοιάζει να ανήκει πάντοτε σε κάποιους άλλους. Μόνον όμως όπου το περιβάλλον παραμείνει υπερήφανο και ανέγγιχτο, μπορεί να ανθίσει η πραγματική ζωή. Αλλιώς, θα πληθαίνουν οι απομιμήσεις και τα ομοιώματα της.
Στην επανάσταση των σιωπηλών συμμετέχουν και όσοι είδαν τον διαφορετικό κόσμο, που έπλασαν μέσα τους, να διαψεύδεται και να συντρίβεται. Ούτε μετάνιωσαν όμως, επειδή ο δικός τους κόσμος είχε αξίες και ήθος, ούτε μπορούν να τον αλλάξουν. Στην επανάσταση των σιωπηλών, είναι σημαιοφόροι χωρίς σημαίες, πεζοπόροι χωρίς προμήθειες. Διαθέτουν την τιμιότητα του βλέμματος και μια βαθύτερη αξιοπρέπεια. Ο κόσμος που έπλασαν -που είχε αξίες και ήθος- είναι πάντοτε εκεί. Αυτοί, οι σημαιοφόροι –χωρίς σημαίες- στην επανάσταση των σιωπηλών, είναι η εγρήγορση και η συνείδηση της.
Όσοι άλλωστε κατέφυγαν στην σιωπή, δεν έπαυσαν να ονειρεύονται: Την δίκαιη συγκρότηση του κοινωνικού ιστού, την αύρα μιας παιδείας ουσιαστικής, την ενίσχυση των δημιουργικών δυνάμεων που εν είδει μικρής φωτιάς υπάρχουν στον καθένα. Αντί όμως, όσοι καταφεύγουν σήμερα στην σιωπή, να κερδίσουν λίγα από τα όνειρα τους, έγιναν αριθμοί και αποδέκτες. Αριθμοί σε πίνακες στατιστικής και σε μετρήσεις θεαματικότητας, αποδέκτες των παραλογισμών μιας ψηφιακής οικονομίας, όμηροι μιας ζωής που διαρκώς αφυδατώνεται. Κι ενώ τα λόγια των πολιτικών επιμένουν να διαγράφουν κύκλους ανούσιους και υποκριτικούς, εκείνοι, στην σιωπή τους, προτιμούν να ακούν τον ήχο των κυμάτων, και την βουή των επερχομένων γεγονότων.
Αυτός άλλωστε –εγώ ή εσείς- που οραματίζεται την επανάσταση των σιωπηλών, δεν ενδιαφέρεται αν επικριθεί ως ρομαντικός, ούτε αν καταταχθεί από τους εχέφρονες στους υπέρμαχους μιας ουτοπίας, από τις πολλές που γνώρισε η ιστορία. Οι επικριτές της επανάστασης των σιωπηλών, συχνά φορτωμένοι με διπλώματα και κοινωνιολογικές περγαμηνές, αγνοούν την αξία της σιωπής, το εν δυνάμει επαναστατικό της περιεχόμενο. Τι άλλο όμως ήταν, η εξέγερση του Πολυτεχνείου –η μόνη που τελευταία γνώρισε η χώρα- από μια κραυγή σπαρακτική, μια στιγμή επαναστάσεως ύστερα από χρόνια σιωπής; Η σιωπή υπήρχε από νωρίς στις διαψευσμένες προσδοκίες των νέων ανθρώπων, σερνόταν στα πανεπιστημιακά αμφιθέατρα και τους δρόμους της Αθήνας, μιλούσε με μουσικές και αθέατα δάκρυα. Η βία επιτάχυνε την έκφραση της, τα τάνκς προσπάθησαν να καλύψουν την απειλή της.
Οσοι λοιπόν αμφισβητούν την επανάσταση των σιωπηλών, δεν μέτρησαν ποτέ την αξία της σιωπής, δεν έτυχε ποτέ να αντιληφθούν την εκρηκτική της δύναμη. Μήπως όμως μέσα στην σιωπή δεν ανθίζει ο έρωτας - ή και πάλι σιωπηλά δεν πλάθει ο δημιουργός το έργο του;
«Οι επαναστάσεις είναι τρελές εμπνεύσεις της ιστορίας» έγραψε ένας επαναστάτης, που μάλιστα δολοφονήθηκε από τους πρώην συντρόφους του. Η επανάσταση των σιωπηλών, δεν θα είναι απλώς μια τρελή έμπνευση της ανθρώπινης ιστορίας. Θα είναι ίσως η συνέχεια και η αποθέωση της.
"Οι Σειρήνες όμως έχουν ένα όπλο πιο φοβερό και από το τραγούδι: τη σιωπή τους. Και πιθανότερο, παρόλο που δεν έτυχε ποτέ, θα ήταν να γλυτώσεις από το τραγούδι τους, παρά από τη σιωπή τους."
Φραντς Κάφκα, Η σιωπή των σειρήνων
Καθώς η κρίση απλώνει βαριά την σκιά της στην χώρα και τις ψυχές μας, πολλοί προσπαθούν να προδικάσουν το μέλλον. Κάποιοι αναλυτές θεωρούν ότι θα υπάρξουν βίαιες αντιδράσεις, άλλοι πάλι ότι η απάθεια θα εξακολουθήσει να κυριαρχεί.
Ενώ όμως μια κλασική επανάσταση δεν είναι ανάμεσα στα ενδεχόμενα -ούτε οι συνθήκες υπάρχουν, ούτε ο εχθρός είναι ορατός- εγώ οραματίζομαι από παλιά μια άλλη επανάσταση. Μια επανάσταση διαφορετική από όσες περιγράφουν τα βιβλία, από όσες απεικονίζουν στις ταινίες τους οι σκηνοθέτες. Την ανάγκη της μάλιστα διατύπωσα πολλά χρόνια πριν. Kαθώς όμως περνά ο καιρός αυτή η άλλη επανάσταση, που οραματίζομαι, κερδίζει διαρκώς σε περιεχόμενο και ορμή.
Η επανάσταση λοιπόν, που οραματίζομαι, θα είναι μια επανάσταση των σιωπηλών. Δεν θα έχει σημαίες αναπεπταμένες, συνθήματα και ιδεολογικές διακηρύξεις. Θα είναι μια επανάσταση βουβή, που θα στηρίζεται απλώς στην αλληλεγγύη των βλεμμάτων. Θα ξεκινήσει από την απόλυτη, την οργισμένη σιωπή, και θα αποδώσει στον άνθρωπο όσα στερήθηκε, όσα ονειρεύτηκε, ό,τι ζήτησε με κραυγές –πριν επιλέξει την σιωπή.
Γιατί αυτή η σιωπή, είναι η απόγνωση και η προσδοκία του. Δεν είναι αποδοχή, μήτε μοιρολατρία. Η σιωπή είναι το μέτρο της διαψευσμένης του ζωής, η πίκρα για τις επαγγελίες που ακυρώθηκαν, η οργή για την υποκρισία και το ψέμα. Η σιωπή είναι το ανώτερο στάδιο της πολιτικής ωριμότητας. Αν οδηγήσει στην επανάσταση, θα είναι μια επανάσταση αληθινή, αφού για πρώτη φορά δεν θα δεσμεύεται από τα λόγια της. Θα δεσμεύεται μόνον από τα αισθήματα της.
Η επανάσταση των σιωπηλών, δεν απευθύνεται λοιπόν σε ορισμένες τάξεις κοινωνικές, ούτε υπόσχεται ευημερία και δικαιώματα. Υπόσχεται μόνον μια άλλη γλώσσα: Την ξεχασμένη γλώσσα της ειλικρίνειας και της ευθύνης. Δεν επιδιώκει την εξουσία, αφού όπως απέδειξε η Iστορία, αυτό οδηγεί στην βία και τον εκφυλισμό. Επιδιώκει, όμως, να αποδώσει στον άνθρωπο την εξουσία της ζωής του, να απαντήσει στην βουβή απόγνωση της σιωπής του. «Η επανάσταση», σχολιάζει ένας θεωρητικός της, «συνιστά μια πνευματική αναταραχή, μέσω της οποίας μια ομάδα ανθρώπων επιδιώκει να θέσει νέα θεμέλια για την ύπαρξη της».
Σε αυτήν λοιπόν την επανάσταση, που αναζητά αιωνίως τα θεμέλια της, δεν έχουν ίσως θέση οι ποιητές, μήτε οι φιλόσοφοι. Έχουν όμως θέση οπωσδήποτε οι άνεργοι. Ο φιλόσοφος προσπαθεί να καταλάβει τον κόσμο, ο ποιητής δημιουργεί τον δικό του. Ο άνεργος όμως τον στερείται εξ ορισμού. Η ανεργία αποτελεί τον παραλογισμό ενός πολιτισμού, που δεν παύει να επαίρεται για τις κατακτήσεις του. Ο παραλογισμός αυτός, αλλού εκδηλώνεται στην πρόκληση της χλιδής, στον άνεργο σε ταπεινώσεις που δεν τελειώνουν. Ο άνεργος κατέφυγε στην σιωπή, επειδή κουράστηκε να ακούει για επενδύσεις και για τη μείωση της ανεργίας, που εξαιρούν ωστόσο πάντοτε τον ίδιο. Ο άνεργος είναι πια σιωπηλός, όχι επειδή θέλει να κρύψει την οργή του, αλλά επειδή δεν αντέχει να μιλήσει άλλο.
Η σιωπή -που κρύβει την απόγνωση- χαρακτηρίζει ακόμα όσους έχουν έγνοια πραγματική για την φύση και το περιβάλλον. Δεν είναι πάντοτε οι «οικολόγοι». Οι οικολόγοι φλυαρούν χωρίς μέτρο, καταφεύγουν σε θεωρίες και αναλύσεις, ενώ συχνά κρυφοκοιτάζουν την εξουσία. Στην επανάσταση των σιωπηλών θα συμμετέχουν οι άλλοι: Όσοι γνωρίζουν ότι η ανάσα της φύσεως είναι το ίδιο σπουδαία με την δική τους ανάσα, ότι τα τραύματά της αποτελούν τραύματα στο δικό τους το σώμα και την ψυχή. Αν σήμερα η μόνη προσδοκία τους είναι η επανάσταση των σιωπηλών, είναι επειδή κουράστηκαν να υπομένουν: Την ασίγαστη μανία καταστροφής ενός ευλογημένου τόπου, τις απάνθρωπες πόλεις που στεγνώνουν τις ψυχές, την θυσία του αιώνιου και του αναγκαίου στο εφήμερο και το ταπεινό.
Η επανάσταση των σιωπηλών, δεν υπόσχεται νόμους και διατάγματα, που θα αποβλέπουν στην «προστασία» του περιβάλλοντος. Θεωρεί, αντίθετα, ότι είναι ο άνθρωπος που επείγει να προστατευθεί. Εκείνος –που σήμερα σιωπά με απόγνωση- οδηγείται σταθερά στην αποξένωση, επειδή το περιβάλλον μοιάζει να ανήκει πάντοτε σε κάποιους άλλους. Μόνον όμως όπου το περιβάλλον παραμείνει υπερήφανο και ανέγγιχτο, μπορεί να ανθίσει η πραγματική ζωή. Αλλιώς, θα πληθαίνουν οι απομιμήσεις και τα ομοιώματα της.
Στην επανάσταση των σιωπηλών συμμετέχουν και όσοι είδαν τον διαφορετικό κόσμο, που έπλασαν μέσα τους, να διαψεύδεται και να συντρίβεται. Ούτε μετάνιωσαν όμως, επειδή ο δικός τους κόσμος είχε αξίες και ήθος, ούτε μπορούν να τον αλλάξουν. Στην επανάσταση των σιωπηλών, είναι σημαιοφόροι χωρίς σημαίες, πεζοπόροι χωρίς προμήθειες. Διαθέτουν την τιμιότητα του βλέμματος και μια βαθύτερη αξιοπρέπεια. Ο κόσμος που έπλασαν -που είχε αξίες και ήθος- είναι πάντοτε εκεί. Αυτοί, οι σημαιοφόροι –χωρίς σημαίες- στην επανάσταση των σιωπηλών, είναι η εγρήγορση και η συνείδηση της.
Όσοι άλλωστε κατέφυγαν στην σιωπή, δεν έπαυσαν να ονειρεύονται: Την δίκαιη συγκρότηση του κοινωνικού ιστού, την αύρα μιας παιδείας ουσιαστικής, την ενίσχυση των δημιουργικών δυνάμεων που εν είδει μικρής φωτιάς υπάρχουν στον καθένα. Αντί όμως, όσοι καταφεύγουν σήμερα στην σιωπή, να κερδίσουν λίγα από τα όνειρα τους, έγιναν αριθμοί και αποδέκτες. Αριθμοί σε πίνακες στατιστικής και σε μετρήσεις θεαματικότητας, αποδέκτες των παραλογισμών μιας ψηφιακής οικονομίας, όμηροι μιας ζωής που διαρκώς αφυδατώνεται. Κι ενώ τα λόγια των πολιτικών επιμένουν να διαγράφουν κύκλους ανούσιους και υποκριτικούς, εκείνοι, στην σιωπή τους, προτιμούν να ακούν τον ήχο των κυμάτων, και την βουή των επερχομένων γεγονότων.
Αυτός άλλωστε –εγώ ή εσείς- που οραματίζεται την επανάσταση των σιωπηλών, δεν ενδιαφέρεται αν επικριθεί ως ρομαντικός, ούτε αν καταταχθεί από τους εχέφρονες στους υπέρμαχους μιας ουτοπίας, από τις πολλές που γνώρισε η ιστορία. Οι επικριτές της επανάστασης των σιωπηλών, συχνά φορτωμένοι με διπλώματα και κοινωνιολογικές περγαμηνές, αγνοούν την αξία της σιωπής, το εν δυνάμει επαναστατικό της περιεχόμενο. Τι άλλο όμως ήταν, η εξέγερση του Πολυτεχνείου –η μόνη που τελευταία γνώρισε η χώρα- από μια κραυγή σπαρακτική, μια στιγμή επαναστάσεως ύστερα από χρόνια σιωπής; Η σιωπή υπήρχε από νωρίς στις διαψευσμένες προσδοκίες των νέων ανθρώπων, σερνόταν στα πανεπιστημιακά αμφιθέατρα και τους δρόμους της Αθήνας, μιλούσε με μουσικές και αθέατα δάκρυα. Η βία επιτάχυνε την έκφραση της, τα τάνκς προσπάθησαν να καλύψουν την απειλή της.
Οσοι λοιπόν αμφισβητούν την επανάσταση των σιωπηλών, δεν μέτρησαν ποτέ την αξία της σιωπής, δεν έτυχε ποτέ να αντιληφθούν την εκρηκτική της δύναμη. Μήπως όμως μέσα στην σιωπή δεν ανθίζει ο έρωτας - ή και πάλι σιωπηλά δεν πλάθει ο δημιουργός το έργο του;
«Οι επαναστάσεις είναι τρελές εμπνεύσεις της ιστορίας» έγραψε ένας επαναστάτης, που μάλιστα δολοφονήθηκε από τους πρώην συντρόφους του. Η επανάσταση των σιωπηλών, δεν θα είναι απλώς μια τρελή έμπνευση της ανθρώπινης ιστορίας. Θα είναι ίσως η συνέχεια και η αποθέωση της.
Σάββατο, Φεβρουαρίου 19, 2011
ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΩΝ ΕΠΙΤΡΟΠΩΝ ΑΓΩΝΑ «ΔΕΝ ΠΛΗΡΩΝΩ»
Η επέκταση του Κινήματος «ΔΕΝ ΠΛΗΡΩΝΩ» πέραν του πανικού που έχει δημιουργήσει στις καθεστωτικές δυνάμεις φαίνεται ότι έχει ανοίξει την όρεξη σε αρκετούς άλλους προκειμένου να εκμεταλλευτούν την μεγάλη απεύθυνση του για να αυξήσουν τα πολιτικά τους κέρδη. Το τελευταίο διάστημα παρατηρούμε στα Μέσα μαζικής Ενημέρωσης, μια προσπάθεια να ταυτιστεί το Κίνημα των ΕΠΙΤΡΟΠΩΝ ΑΓΩΝΑ «Δεν Πληρώνω» με συγκεκριμένους κοινοβουλευτικούς ή άλλους πολιτικούς σχηματισμούς. Ηλεκτρονικά και έντυπα μέσα που 15 μήνες τώρα αγνοούσαν επιδεικτικά το κίνημα μας, αφιερώνουν τώρα τον πολύτιμο τηλεοπτικό τους χρόνο σε συνεντεύξεις βουλευτών που αναλαμβάνουν «αυτοβούλως» την εκπροσώπηση του κινήματος. Αυτή η τακτική αποτελεί συνέχεια της κυβερνητικής προπαγάνδας και προσπάθειας να φθείρει το «Δεν Πληρώνω» με διοχετευόμενες πληροφορίες για υποκινούμενες ομάδες και κομματικά συμφέροντα που κρύβονται πίσω μας.
Κυβέρνηση, εργολάβοι και τα παπαγαλάκια τους μαζί με τα κατασταλτικά μέτρα και τα τρομοκρατικά τους νομοθετήματα (Κ.Ο.Κ. τύπου Ρέππα), προσπαθούν να δημιουργήσουν πολιτικά αναχώματα και διαμεσολαβητές που να διαχειριστούν στην κρίσιμη στιγμή, ευελπιστούν, το κίνημα. Δεν είναι τυχαίο ότι οι αυτόκλητοι αυτοί «εργολάβοι του κινήματος», διεκδικούν «δίκαια», φτηνότερα διόδια, χωρικές μετακινήσεις διοδίων και παράπλευρους δρόμους, όταν οι Επιτροπές Αγώνα «Δεν Πληρώνω» έχουν επανειλημμένα διακηρύξει την εναντίωση τους σε κάθε διόδιο, σε κάθε εμπόδιο ελεύθερης μετακίνησης των ανθρώπων. Δεν είναι τυχαίο ότι απέναντι στο μεγάλο κίνημα αυτοοργάνωσης των πολιτών που απαιτούν κάθε κοινωνικό αγαθό να είναι δωρεάν, που δηλώνουν «Δεν πληρώνουμε» ξανά για την Υγεία, την παιδεία, την μετακίνηση «Δεν πληρώνουμε την κρίση τους», δημιουργείται μια «συμμαχία προθύμων» για να διαπραγματευτεί με κυβέρνηση και εργολάβους, το πόσο και που θα πληρώνουμε, για να υποδείξει ρεαλιστικές λύσεις (για τα κέρδη των εταιριών), για να εκτονώσει την οργή με ψίχουλα. Οι επιτροπές αγώνα «Δεν Πληρώνω» συγκροτούνται από ελεύθερα συνευρισκόμενους πολίτες σε αμεσοδημοκρατική βάση, συναγωνιστές σε κοινές δράσεις. Δεν εκπροσωπούνται από κανένα κοινοβουλευτικό σχηματισμό, δεν αναγνωρίζουν κανένα διαμεσολαβητή, δεν διαπραγματεύονται το δίκιο του αγώνα, το διεκδικούν στους δρόμους. Δεν σταματάμε ποτέ να λέμε ότι «όταν το άδικο γίνεται νόμος καθήκον μας είναι μόνο η ανατροπή του». Το «Δεν Πληρώνω» αναφέρεται δημόσια μόνο από τους ανθρώπους που το αποτελούν και τις Επιτροπές Αγώνα τους. Σε αυτό έχει θέση κάθε εκμεταλλευόμενος άνθρωπος κάθε εργαζόμενος που υποφέρει από την πολιτική της κυβέρνησης και το πολιτικό προσωπικό της «αγοράς» εγχώριας και διεθνούς. Για το κίνημα των Επιτροπών Αγώνα «Δεν πληρώνω» οι μόνοι που αποκλείονται είναι οι φασίστες και οι ρατσιστές. Έτσι εξασφαλίζεται η ανεξαρτησία μας από τα οικονομικά συμφέροντα και τον καθεστωτικό έλεγχο. Για αυτό το κίνημα «ΔΕΝ ΠΛΗΡΩΝΩ» μεγαλώνει συνέχεια και γίνεται πολιτικά επικίνδυνο, είναι κίνημα αντίστασης και ανατροπής , γιατί συνδυάζει την μάχη για τα δικαιώματα και της ανάγκες μας με την αμεσοδημοκρατική αυτενέργεια των ανθρώπων . Η απάντηση σε όλα αυτά τα φαινόμενα είναι η καθημερινή δράση του «ΔΕΝ ΠΛΗΡΩΝΩ» που θα εκφραστεί κεντρικά, μαζικά και δημόσια την 1η Μάρτη στο Σύνταγμα. 17/2/2011 ΕΠΙΤΡΟΠΕΣ ΑΓΩΝΑ «ΔΕΝ ΠΛΗΡΩΝΩ» www.denplirono.info www.oxidiodia.gr
Κυβέρνηση, εργολάβοι και τα παπαγαλάκια τους μαζί με τα κατασταλτικά μέτρα και τα τρομοκρατικά τους νομοθετήματα (Κ.Ο.Κ. τύπου Ρέππα), προσπαθούν να δημιουργήσουν πολιτικά αναχώματα και διαμεσολαβητές που να διαχειριστούν στην κρίσιμη στιγμή, ευελπιστούν, το κίνημα. Δεν είναι τυχαίο ότι οι αυτόκλητοι αυτοί «εργολάβοι του κινήματος», διεκδικούν «δίκαια», φτηνότερα διόδια, χωρικές μετακινήσεις διοδίων και παράπλευρους δρόμους, όταν οι Επιτροπές Αγώνα «Δεν Πληρώνω» έχουν επανειλημμένα διακηρύξει την εναντίωση τους σε κάθε διόδιο, σε κάθε εμπόδιο ελεύθερης μετακίνησης των ανθρώπων. Δεν είναι τυχαίο ότι απέναντι στο μεγάλο κίνημα αυτοοργάνωσης των πολιτών που απαιτούν κάθε κοινωνικό αγαθό να είναι δωρεάν, που δηλώνουν «Δεν πληρώνουμε» ξανά για την Υγεία, την παιδεία, την μετακίνηση «Δεν πληρώνουμε την κρίση τους», δημιουργείται μια «συμμαχία προθύμων» για να διαπραγματευτεί με κυβέρνηση και εργολάβους, το πόσο και που θα πληρώνουμε, για να υποδείξει ρεαλιστικές λύσεις (για τα κέρδη των εταιριών), για να εκτονώσει την οργή με ψίχουλα. Οι επιτροπές αγώνα «Δεν Πληρώνω» συγκροτούνται από ελεύθερα συνευρισκόμενους πολίτες σε αμεσοδημοκρατική βάση, συναγωνιστές σε κοινές δράσεις. Δεν εκπροσωπούνται από κανένα κοινοβουλευτικό σχηματισμό, δεν αναγνωρίζουν κανένα διαμεσολαβητή, δεν διαπραγματεύονται το δίκιο του αγώνα, το διεκδικούν στους δρόμους. Δεν σταματάμε ποτέ να λέμε ότι «όταν το άδικο γίνεται νόμος καθήκον μας είναι μόνο η ανατροπή του». Το «Δεν Πληρώνω» αναφέρεται δημόσια μόνο από τους ανθρώπους που το αποτελούν και τις Επιτροπές Αγώνα τους. Σε αυτό έχει θέση κάθε εκμεταλλευόμενος άνθρωπος κάθε εργαζόμενος που υποφέρει από την πολιτική της κυβέρνησης και το πολιτικό προσωπικό της «αγοράς» εγχώριας και διεθνούς. Για το κίνημα των Επιτροπών Αγώνα «Δεν πληρώνω» οι μόνοι που αποκλείονται είναι οι φασίστες και οι ρατσιστές. Έτσι εξασφαλίζεται η ανεξαρτησία μας από τα οικονομικά συμφέροντα και τον καθεστωτικό έλεγχο. Για αυτό το κίνημα «ΔΕΝ ΠΛΗΡΩΝΩ» μεγαλώνει συνέχεια και γίνεται πολιτικά επικίνδυνο, είναι κίνημα αντίστασης και ανατροπής , γιατί συνδυάζει την μάχη για τα δικαιώματα και της ανάγκες μας με την αμεσοδημοκρατική αυτενέργεια των ανθρώπων . Η απάντηση σε όλα αυτά τα φαινόμενα είναι η καθημερινή δράση του «ΔΕΝ ΠΛΗΡΩΝΩ» που θα εκφραστεί κεντρικά, μαζικά και δημόσια την 1η Μάρτη στο Σύνταγμα. 17/2/2011 ΕΠΙΤΡΟΠΕΣ ΑΓΩΝΑ «ΔΕΝ ΠΛΗΡΩΝΩ» www.denplirono.info www.oxidiodia.gr
Ο Στάθης απ’ το Αφγανιστάν.
του Γ. Μακριδάκη

Ο Στάθης είναι από το Αφγανιστάν. Βασανισμένη ψυχή. Εγώ τονε λέω Στάθη. Σάφι είναι το όνομά του μα δεν το κατάλαβα καλά σαν μου πρωτόδωσε γνωριμία και του κόλλησα το Στάθη.
Πάει ένας χρόνος από τότε. Ένα πρωί ήτανε, ό,τι που είχε φέξει, χειμώνας, Φλεβάρης αν θυμάμαι καλά, και κατέβηκα στο χτήμα να ταΐσω τα ζώα. Ο ποταμός ήτανε φουσκωμένος καλά, υγρασία να σε περονιάζει. Άξαφνα, μες στο ντάμι που είχα τις προβατίνες βλέπω ένανε μαυριδερό και είχε τραφιάσει σε μια γωνιά, έτρεμε σύγκορμος, τα ζώα ήτανε αναστατωμένα, είχα και μια γκαστρωμένη, παραλίγο να μου τη χαλάσει ο κερατάς.
Βρε, ποιος είσαι συ, τονε ρωτώ. Κουβέντα. Ρε από πού μπήκες μες στο χτήμα; Τσιμουδιά. Μονάχα με κοιτούσε και έτρεμε. Τα μάτια του φέγγανε. Πήγα κοντά του και τονε σήκωσα. Ήτανε βρεμένος μέχρι το κόκαλο, γι’ αυτό έτρεμε ο κακομοίρης. Άρχισε να λέει κάτι λόγια δικά του, δεν καταλάβαινα γρυ. Με τα πολλά τον έβγαλα όξω, να ησυχάσουνε οι προβατίνες και τον έχωσα στα γρήγορα μες στο καλύβι να μην ψοφήσει από το κρύο. Του ’δωσα κάτι δικά μου παλιόρουχα, του ’ναψα και τη σόμπα να συνεφέρει. Του ’ψησα τρία αυγά μελάτα και τα ρούφηξε μαζί με μισό καρβέλι ψωμί, του ’βγαλα και τυράκι και μια σούμα να ζεστοκοπηθούνε τα μέσα του μα δεν το άγγιξε το πιοτό, μόνο νερό ήπιε. Άμα συνέφερε για τα καλά αρχίσαμε να βρίσκουμε μια συνεννόηση. Άρτζι μπούρτζι και λουλάς.
Εκείνη τη μέρα μου ’πε πως τονε λένε Σάφι και πως είναι Αφγανός. Δεν είχα ξαναδεί ποτέ μου Αφγανό για να ξέρω αν μου λέει αλήθεια. Ήτανε όμως να τονε λυπάσαι ο άνθρωπος.
Τέλος πάντων για να μην τα πολυλογώ το Στάθη τονε κράτησα στο χτήμα από τότε. Εδώ ένα σκυλί σε παίρνει ξαφνικά από πίσω ή έρχεται στην πόρτα σου και σκέφτεσαι πως σε διάλεξε, πως ήτανε το τυχερό σου και είναι αμαρτία να το παρατήσεις. Τον άνθρωπο θα αφήκεις; Άσε που μόλις τον είδα θυμήθηκα αμέσως τον συχωρεμένο τον πατέρα μου. Έτσι έφτασε κι εκείνος στην Τουρκία τότε, με την πείνα, βρεμένος ίσαμε το μεδούλι και γιατάκωσε μέσα σ’ ένα παλιόσπιτο μαζί με δυο γελάδες μέχρι που τονε βρήκε η γριά η τουρκάλα και τονε φίλεψε κι αυτόν αυγά, ψωμί και τυρί. Δεν το ξεχνώ ποτέ αυτό, τόσες φορές μου το ’λεγε ο πατέρας μου, κυρίως πια στα τελευταία του που έλεγε συνέχεια τα ίδια και τα ίδια.
Τον Στάθη λοιπόν τονε κράτησα στο χτήμα. Να με βοηθάει και στις δουλειές. Σκαψίματα, φυτέματα, ζώα. Ήξερε κιόλας απ’ αυτά, δεν ήτανε αρμπάνης, μάλλον και στα μέρη του με τα ίδια πράματα ανακατευότανε. Ίδιοι είναι οι άνθρωποι τελικά σε όλο τον κόσμο. Δεν έχω πάει πουθενά για να ξέρω, αλλά έτσι κατάλαβα με τον Στάθη. Πολύ καλό παιδί και πρόθυμος βγήκε, πολύ πρόθυμος. Γρήγορα γρήγορα άρχισε να μαθαίνει και τα ελληνικά και να συνεννοούμαστε πιο καλά.
Μια μέρα μετά από κάμποσο καιρό, εκεί που αρμέγαμε την αγελάδα, μου ’πε πως στην πατρίδα του τονε κυνηγάνε κάποιοι από το καθεστώς για να τονε σκοτώσουνε και πως η μανούλα του τον πρότρεψε να φύγει για να μη δει το παιδί της πεθαμένο μια μέρα και πως του λείπει η μάνα του και θέλει να τη δει.
Τι λες ρε Στάθη. Τινάχτηκα απάνω, με πιάσανε τα διαόλιά μου, ανέβηκε το αίμα μου στο κεφάλι. Ποιος θέλει ρε Στάθη να σε σκοτώσει και γιατί; Ας έρθει εδώ και θα ’χει να κάμει μαζί μου ρε, θα τονε ζέψω στο μάγκανο να ανασέρνει νερό όλη μέρα μέχρι να ξεκάμει και να κάτσει κάτω ο πούστης. Τώρα πια είσαι υπό την προστασία μου, του πα, δε θα φοβάσαι τίποτα κατάλαβες; Από την ώρα που πέρασες τα σύνορα του χτήματος, ανήκεις εδώ πια, εγώ είμαι εδώ, κατάλαβες; Κατάλαβε. Πώς δεν κατάλαβε. Μου φιλούσε τα χέρια το παιδί, ήτανε και θεοβρώμικα, μες στην κοπριά. Έκλαιγε και γελούσε μαζί. Σιγά σιγά ηρέμησε.
Πέρασε ο καιρός. Ένας χρόνος ακριβώς. Ο Στάθης τώρα είναι σαν γιος μου, αγαπά πιο καλά από μένα το χτήμα και τα ζώα. Μα είναι παράνομος λέει στην Ελλάδα, δε μπορώ να του βγάλω χαρτιά και είμαι παράνομος κι εγώ που τονε κρύβω, έτσι μου ’πανε οι δικηγόροι. Μα εγώ δεν κρύβω κανένανε εγκληματία. Έναν άνθρωπο που ήρθε στην πόρτα μου έχω, τι να ’κανα, να τον άφηνα στο έλεος του Θεού; Και τώρα βάζω την τηλεόραση και ακούω κάθε μέρα για τους άλλους, που κάνουνε λέει απεργία πείνας και ζητάνε τα δικαιώματά τους, να ζήσουνε σαν άνθρωποι κι αυτοί.
Και δε μπορώ να καταλάβω. Ήρθανε στο χτήμα μας, μας χτυπήσανε την πόρτα μας κι εμείς θέλουμε να τους διώξουμε; Να τους αφήσουμε να πεθάνουνε; Πότε ήτανε ρε έτσι οι Έλληνες; Πότε διώξανε ρε φτωχό και κατατρεγμένο άνθρωπο από την πόρτα τους; Ποιος σας τα ’μαθε ρε όλα τούτα και τα κάνετε στους άμοιρους ανθρώπους; Κι όλο περνάνε οι μέρες κι όλο εξασθενούνε που δεν τρώνε τίποτα.
Έτσι μου ’ρχεται να πάρω ρε ένα τσαποστέλιαρο και να κατέβω στην Αθήνα, να ’ρθω μέσα στα Υπουργεία και να σας κάνω μελανούς όλους. Να σας φέρω ρε πούστηδες, να σας ζέψω από τη γραβάτα στο μάγκανο, να ποτίζετε όλη μέρα το περιβόλι, και τη νύχτα να σας δένω από το ποδάρι σε μια μαντερινιά. Υπουργοί να σου πετύχουνε. Αποβράσματα. Χαλάσανε την Ελλάδα, τη ρεζιλέψανε. Δεν έχετε ψυχή ρε, δεν έχετε τσίπα απάνω σας, αϊ σιχτίρ.

Ο Στάθης είναι από το Αφγανιστάν. Βασανισμένη ψυχή. Εγώ τονε λέω Στάθη. Σάφι είναι το όνομά του μα δεν το κατάλαβα καλά σαν μου πρωτόδωσε γνωριμία και του κόλλησα το Στάθη.
Πάει ένας χρόνος από τότε. Ένα πρωί ήτανε, ό,τι που είχε φέξει, χειμώνας, Φλεβάρης αν θυμάμαι καλά, και κατέβηκα στο χτήμα να ταΐσω τα ζώα. Ο ποταμός ήτανε φουσκωμένος καλά, υγρασία να σε περονιάζει. Άξαφνα, μες στο ντάμι που είχα τις προβατίνες βλέπω ένανε μαυριδερό και είχε τραφιάσει σε μια γωνιά, έτρεμε σύγκορμος, τα ζώα ήτανε αναστατωμένα, είχα και μια γκαστρωμένη, παραλίγο να μου τη χαλάσει ο κερατάς.
Βρε, ποιος είσαι συ, τονε ρωτώ. Κουβέντα. Ρε από πού μπήκες μες στο χτήμα; Τσιμουδιά. Μονάχα με κοιτούσε και έτρεμε. Τα μάτια του φέγγανε. Πήγα κοντά του και τονε σήκωσα. Ήτανε βρεμένος μέχρι το κόκαλο, γι’ αυτό έτρεμε ο κακομοίρης. Άρχισε να λέει κάτι λόγια δικά του, δεν καταλάβαινα γρυ. Με τα πολλά τον έβγαλα όξω, να ησυχάσουνε οι προβατίνες και τον έχωσα στα γρήγορα μες στο καλύβι να μην ψοφήσει από το κρύο. Του ’δωσα κάτι δικά μου παλιόρουχα, του ’ναψα και τη σόμπα να συνεφέρει. Του ’ψησα τρία αυγά μελάτα και τα ρούφηξε μαζί με μισό καρβέλι ψωμί, του ’βγαλα και τυράκι και μια σούμα να ζεστοκοπηθούνε τα μέσα του μα δεν το άγγιξε το πιοτό, μόνο νερό ήπιε. Άμα συνέφερε για τα καλά αρχίσαμε να βρίσκουμε μια συνεννόηση. Άρτζι μπούρτζι και λουλάς.
Εκείνη τη μέρα μου ’πε πως τονε λένε Σάφι και πως είναι Αφγανός. Δεν είχα ξαναδεί ποτέ μου Αφγανό για να ξέρω αν μου λέει αλήθεια. Ήτανε όμως να τονε λυπάσαι ο άνθρωπος.
Τέλος πάντων για να μην τα πολυλογώ το Στάθη τονε κράτησα στο χτήμα από τότε. Εδώ ένα σκυλί σε παίρνει ξαφνικά από πίσω ή έρχεται στην πόρτα σου και σκέφτεσαι πως σε διάλεξε, πως ήτανε το τυχερό σου και είναι αμαρτία να το παρατήσεις. Τον άνθρωπο θα αφήκεις; Άσε που μόλις τον είδα θυμήθηκα αμέσως τον συχωρεμένο τον πατέρα μου. Έτσι έφτασε κι εκείνος στην Τουρκία τότε, με την πείνα, βρεμένος ίσαμε το μεδούλι και γιατάκωσε μέσα σ’ ένα παλιόσπιτο μαζί με δυο γελάδες μέχρι που τονε βρήκε η γριά η τουρκάλα και τονε φίλεψε κι αυτόν αυγά, ψωμί και τυρί. Δεν το ξεχνώ ποτέ αυτό, τόσες φορές μου το ’λεγε ο πατέρας μου, κυρίως πια στα τελευταία του που έλεγε συνέχεια τα ίδια και τα ίδια.
Τον Στάθη λοιπόν τονε κράτησα στο χτήμα. Να με βοηθάει και στις δουλειές. Σκαψίματα, φυτέματα, ζώα. Ήξερε κιόλας απ’ αυτά, δεν ήτανε αρμπάνης, μάλλον και στα μέρη του με τα ίδια πράματα ανακατευότανε. Ίδιοι είναι οι άνθρωποι τελικά σε όλο τον κόσμο. Δεν έχω πάει πουθενά για να ξέρω, αλλά έτσι κατάλαβα με τον Στάθη. Πολύ καλό παιδί και πρόθυμος βγήκε, πολύ πρόθυμος. Γρήγορα γρήγορα άρχισε να μαθαίνει και τα ελληνικά και να συνεννοούμαστε πιο καλά.
Μια μέρα μετά από κάμποσο καιρό, εκεί που αρμέγαμε την αγελάδα, μου ’πε πως στην πατρίδα του τονε κυνηγάνε κάποιοι από το καθεστώς για να τονε σκοτώσουνε και πως η μανούλα του τον πρότρεψε να φύγει για να μη δει το παιδί της πεθαμένο μια μέρα και πως του λείπει η μάνα του και θέλει να τη δει.
Τι λες ρε Στάθη. Τινάχτηκα απάνω, με πιάσανε τα διαόλιά μου, ανέβηκε το αίμα μου στο κεφάλι. Ποιος θέλει ρε Στάθη να σε σκοτώσει και γιατί; Ας έρθει εδώ και θα ’χει να κάμει μαζί μου ρε, θα τονε ζέψω στο μάγκανο να ανασέρνει νερό όλη μέρα μέχρι να ξεκάμει και να κάτσει κάτω ο πούστης. Τώρα πια είσαι υπό την προστασία μου, του πα, δε θα φοβάσαι τίποτα κατάλαβες; Από την ώρα που πέρασες τα σύνορα του χτήματος, ανήκεις εδώ πια, εγώ είμαι εδώ, κατάλαβες; Κατάλαβε. Πώς δεν κατάλαβε. Μου φιλούσε τα χέρια το παιδί, ήτανε και θεοβρώμικα, μες στην κοπριά. Έκλαιγε και γελούσε μαζί. Σιγά σιγά ηρέμησε.
Πέρασε ο καιρός. Ένας χρόνος ακριβώς. Ο Στάθης τώρα είναι σαν γιος μου, αγαπά πιο καλά από μένα το χτήμα και τα ζώα. Μα είναι παράνομος λέει στην Ελλάδα, δε μπορώ να του βγάλω χαρτιά και είμαι παράνομος κι εγώ που τονε κρύβω, έτσι μου ’πανε οι δικηγόροι. Μα εγώ δεν κρύβω κανένανε εγκληματία. Έναν άνθρωπο που ήρθε στην πόρτα μου έχω, τι να ’κανα, να τον άφηνα στο έλεος του Θεού; Και τώρα βάζω την τηλεόραση και ακούω κάθε μέρα για τους άλλους, που κάνουνε λέει απεργία πείνας και ζητάνε τα δικαιώματά τους, να ζήσουνε σαν άνθρωποι κι αυτοί.
Και δε μπορώ να καταλάβω. Ήρθανε στο χτήμα μας, μας χτυπήσανε την πόρτα μας κι εμείς θέλουμε να τους διώξουμε; Να τους αφήσουμε να πεθάνουνε; Πότε ήτανε ρε έτσι οι Έλληνες; Πότε διώξανε ρε φτωχό και κατατρεγμένο άνθρωπο από την πόρτα τους; Ποιος σας τα ’μαθε ρε όλα τούτα και τα κάνετε στους άμοιρους ανθρώπους; Κι όλο περνάνε οι μέρες κι όλο εξασθενούνε που δεν τρώνε τίποτα.
Έτσι μου ’ρχεται να πάρω ρε ένα τσαποστέλιαρο και να κατέβω στην Αθήνα, να ’ρθω μέσα στα Υπουργεία και να σας κάνω μελανούς όλους. Να σας φέρω ρε πούστηδες, να σας ζέψω από τη γραβάτα στο μάγκανο, να ποτίζετε όλη μέρα το περιβόλι, και τη νύχτα να σας δένω από το ποδάρι σε μια μαντερινιά. Υπουργοί να σου πετύχουνε. Αποβράσματα. Χαλάσανε την Ελλάδα, τη ρεζιλέψανε. Δεν έχετε ψυχή ρε, δεν έχετε τσίπα απάνω σας, αϊ σιχτίρ.
Παρασκευή, Φεβρουαρίου 18, 2011
Περί «δικαίου του αίματος»
Κώστα Γεωργουσόπουλου
Τρέμω στην ιδέα πως θα μπορούσε να έχει αναδρομική ισχύ το σκεπτικό του Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας που εισηγείται στην Ολομέλεια να ληφθεί υπόψη για την παροχή ιθαγένειας σε μετανάστες αλλοδαπούς το κριτήριο του «δικαίου του αίματος». Γιατί αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, εκτός των άλλων, θα έπρεπε να ξαναγραφεί και η Αρχαία και η Βυζαντινή και η Νεοελληνική Ιστορία με αυτό το κριτήριο καθαρότητας.
Ο μεγάλος νικητής των Περσών στη Ναυμαχία της Σαλαμίνας, ο Θεμιστοκλής, όπως αναφέρουν πολλές πηγές ήταν μη τέλειος αθηναίος πολίτης. Η μητέρα του ήταν Θρακιώτισσα, άρα βάρβαρη για τη νομοθεσία των Αθηνών, πιθανόν υπηρέτρια στο σπίτι του πατέρα του Θεμιστοκλή. Οι Θρακιώτισσες εκείνη την εποχή ήταν ένα είδος Φιλιππινέζες!
Ο Θεμιστοκλής όμως, όταν ψηφίστηκε στρατηγός- αυτοκράτωρ, πέρασε νόμο στη Βουλή και έδωσε την ιδιότητα του αθηναίου πολίτη σε όλους τους ομοίους του, με αποτέλεσμα να διπλασιαστεί το εκλογικό σώμα του Αστεως και να έχει εξασφαλίσει πλέον και γερή εκλογική πελατεία ευγνωμόνων.
Τι γίνεται με τον εγγυητή της νεοελληνικής ταυτότητας, αφού το έπος του καθορίζει και την αρχή και το κύρος της νεοελληνικής γλωσσικής και ιστορικής συνείδησης; Τον Διγενή Ακρίτα εννοώ. Αν ήταν υπαρκτό πρόσωπο και όχι ιδεολογικό σύμβολο, θα έπρεπε να απορριφθεί από την ανάλογη επιτροπή ιθαγένειας ως τέκνο μεικτού γάμου, αφού κατά την παράδοση και τη βιογραφία του ήταν γιος εμίρη και βυζαντινής αρχόντισσας, δηλαδή είχε πατέρα Αραβα και μουσουλμάνο!
Αμ΄ ο άγιος και μέγας ποιητής της Εκκλησίας, ο Ρωμανός ο Μελωδός; Αυτός ήταν αποδεδειγμένα Σύρος, εκχριστιανισθείς, και νομίζω αναμφισβήτητα έγραψε την ιδιοφυέστερη ποίηση του καιρού του, σε Ανατολή και Δύση, στα ελληνικά, πράγμα που δεν θα τον βοηθούσε να λάβει την ιθαγένεια, αφού εξ αίματος ήταν αλλοδαπός παρίας. Και για να επιστρέψω στο παρελθόν διάσημων γραφιάδων στα ελληνικά, παρίας θα είχε κηρυχθεί και ο παραμυθάς Αίσωπος, αφού ο δόλιος ήταν αιχμάλωτος ανατολίτης.
Αμ΄ ο Εβραίος Λουκιανός; Αυτό το σπινθηροβόλο πνεύμα που το ανατρεπτικό και συχνά βλάσφημο χιούμορ του συγγένευε περισσότερο με τον Γούντι Αλεν και λιγότερο με τον Αριστοφάνη, έγραψε βέβαια βέβηλα σατιρικά αριστουργήματα σε αξιοζήλευτα ελληνικά, αλλά ανίκανα να του χαρίσουν αναδρομικά ένα ελληνικό πιστοποιητικό ιθαγένειας και διαβατηρίου. Εχετε δει ποτέ την ιδιόχειρη υπογραφή του εθνικού μας ποιητή Διονυσίου Σολωμού; D. Salomon υπογράφει. Χριστιανός σίγουρα αλλά η κρητική καταγωγή του και η αίσθηση που είχε για την οικογενειακή του ιστορία σαφώς παραπέμπουν σε εκχριστιανισθέντες εβραίους της μεγαλονήσου. Αναδρομικά λοιπόν ούτε η ελληνική του ποίηση τον έσωζε ούτε ο ρητός χριστιανισμός του, αφού το «δίκαιο του αίματος» πιθανόν θα απαιτούσε πληθώρα πιστοποιήσεων και ενστάσεις πατριδοφυλάκων.
Και με δεδομένο το κριτήριο της πίστεως να μην λαμβάνεται σοβαρά υπόψη, αφού θα έδινε το δικαίωμα ιθαγένειας σε χιλιάδες όχι απλώς χριστιανούς αλλά ορθόδοξους Ρώσους, Βούλγαρους, Ρουμάνους κ.τ.λ. σε αναδρομική ισχύ του γνωστού σκεπτικού του ΣτΕ, δεν θα ελάμβαναν την ελληνική ιθαγένεια μια μεγάλη σειρά αλβανικής καταγωγής αλβανόφωνων χριστιανών. Εκτός λίστας λοιπόν ο Κουντουριώτης και ο προεστός και ο απόγονός του στον 20ό αιώνα πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας. Εκτός λίστας η Μπουμπουλίνα και μια σειρά από σπετσιώτες καπεταναίους και εμπόρους. Εκτός λίστας και μια ολόκληρη φάρα, οι Τζαβελλαίοι, και βέβαια ο σεμνότερος όλων και τιμιότερος καπετάνιος, ο Μάρκος Μπότσαρης. Ολοι αυτοί εκτός των άλλων αρνητικών κριτηρίων δεν ομιλούσαν καν ελληνικά. Ο Μάρκος Μπότσαρης, μάλιστα, αυτό δεν είναι στους πολλούς γνωστό, όταν στάλθηκε από την εύπορη σουλιώτικη φαμίλια του να μάθει γράμματα στα Επτάνησα, αμούστακο παιδί, συνέταξε αλβανοελληνικό λεξικό!
Εκείνο πάντως που εκπλήσσει είναι γιατί οι περί της γνησιότητας και του αίματος των αλλοδαπών ασχολούμενοι δεν αποφάσισαν να αναθεωρήσουν και τις ήδη βεβαιωμένες για αιώνες ιθαγένειες μερικών συμπολιτών μας των οποίων και μόνον τα επίθετα δηλούν ασφαλέστατα ύποπτη εκ αίματος καταγωγή. Τα επίθετα Αλβανός, Αρβανίτης, Γερμανός, Αράπης, Σύρος, Βούλγαρης, Γάλλος, Ρωμαίος, Σικελιώτης, Παρίσης, Ουγγαρέζος, Τσέχος, Μοσχοβίτης, Ολλανδέζος. Αφήνω τα αναφανδόν κουτσοβλάχικα Βίρβος και Τσιτσάνης!!
Ας σοβαρευτούμε, αδελφοί, γιατί αν γυρίσει κανένας λίγο ανάποδα τη σειρά των κριτηρίων για την απόκτηση ιθαγένειας και πέραν του αίματος απαιτούσε ελληνομάθεια, γνώση της ιστορίας και στοιχειώδη γνώση των ελληνικών ηθών, πολλοί, πάμπολλοι από τους προσερχόμενους στις πανελλαδικές εξετάσεις απόφοιτοι των λυκείων θα έχαναν εκ του ασφαλούς την ελληνική τους ταυτότητα.
Τελειώνοντας, αναφέρομαι στον αξιότιμο υπουργό Εσωτερικών επανερχόμενος: Υπάρχει οικογένεια αλλοδαπών εγκατεστημένη μονίμως στην Ελλάδα επί είκοσι συναπτά έτη. Ασφαλισμένη και φορολογούμενη. Η μικρή κόρη τους ήρθε στη χώρα μας δύο ετών. Τελείωσε λύκειο με απόλυτο Αριστα. Ελαβε πτυχίο με Αριστα. Τελειώνει μεταπτυχιακό με απόλυτη επιτυχία. Στερούμενη ιθαγένειας, δεν μπορεί να λάβει υποτροφία στην Ελλάδα ως αλλοδαπή ούτε στην πατρίδα της ως κάτοχος ελληνικού πτυχίου! Περιμένει τον Γκοντό. Τα στοιχεία διαθέσιμα.
Τρέμω στην ιδέα πως θα μπορούσε να έχει αναδρομική ισχύ το σκεπτικό του Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας που εισηγείται στην Ολομέλεια να ληφθεί υπόψη για την παροχή ιθαγένειας σε μετανάστες αλλοδαπούς το κριτήριο του «δικαίου του αίματος». Γιατί αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, εκτός των άλλων, θα έπρεπε να ξαναγραφεί και η Αρχαία και η Βυζαντινή και η Νεοελληνική Ιστορία με αυτό το κριτήριο καθαρότητας.
Ο μεγάλος νικητής των Περσών στη Ναυμαχία της Σαλαμίνας, ο Θεμιστοκλής, όπως αναφέρουν πολλές πηγές ήταν μη τέλειος αθηναίος πολίτης. Η μητέρα του ήταν Θρακιώτισσα, άρα βάρβαρη για τη νομοθεσία των Αθηνών, πιθανόν υπηρέτρια στο σπίτι του πατέρα του Θεμιστοκλή. Οι Θρακιώτισσες εκείνη την εποχή ήταν ένα είδος Φιλιππινέζες!
Ο Θεμιστοκλής όμως, όταν ψηφίστηκε στρατηγός- αυτοκράτωρ, πέρασε νόμο στη Βουλή και έδωσε την ιδιότητα του αθηναίου πολίτη σε όλους τους ομοίους του, με αποτέλεσμα να διπλασιαστεί το εκλογικό σώμα του Αστεως και να έχει εξασφαλίσει πλέον και γερή εκλογική πελατεία ευγνωμόνων.
Τι γίνεται με τον εγγυητή της νεοελληνικής ταυτότητας, αφού το έπος του καθορίζει και την αρχή και το κύρος της νεοελληνικής γλωσσικής και ιστορικής συνείδησης; Τον Διγενή Ακρίτα εννοώ. Αν ήταν υπαρκτό πρόσωπο και όχι ιδεολογικό σύμβολο, θα έπρεπε να απορριφθεί από την ανάλογη επιτροπή ιθαγένειας ως τέκνο μεικτού γάμου, αφού κατά την παράδοση και τη βιογραφία του ήταν γιος εμίρη και βυζαντινής αρχόντισσας, δηλαδή είχε πατέρα Αραβα και μουσουλμάνο!
Αμ΄ ο άγιος και μέγας ποιητής της Εκκλησίας, ο Ρωμανός ο Μελωδός; Αυτός ήταν αποδεδειγμένα Σύρος, εκχριστιανισθείς, και νομίζω αναμφισβήτητα έγραψε την ιδιοφυέστερη ποίηση του καιρού του, σε Ανατολή και Δύση, στα ελληνικά, πράγμα που δεν θα τον βοηθούσε να λάβει την ιθαγένεια, αφού εξ αίματος ήταν αλλοδαπός παρίας. Και για να επιστρέψω στο παρελθόν διάσημων γραφιάδων στα ελληνικά, παρίας θα είχε κηρυχθεί και ο παραμυθάς Αίσωπος, αφού ο δόλιος ήταν αιχμάλωτος ανατολίτης.
Αμ΄ ο Εβραίος Λουκιανός; Αυτό το σπινθηροβόλο πνεύμα που το ανατρεπτικό και συχνά βλάσφημο χιούμορ του συγγένευε περισσότερο με τον Γούντι Αλεν και λιγότερο με τον Αριστοφάνη, έγραψε βέβαια βέβηλα σατιρικά αριστουργήματα σε αξιοζήλευτα ελληνικά, αλλά ανίκανα να του χαρίσουν αναδρομικά ένα ελληνικό πιστοποιητικό ιθαγένειας και διαβατηρίου. Εχετε δει ποτέ την ιδιόχειρη υπογραφή του εθνικού μας ποιητή Διονυσίου Σολωμού; D. Salomon υπογράφει. Χριστιανός σίγουρα αλλά η κρητική καταγωγή του και η αίσθηση που είχε για την οικογενειακή του ιστορία σαφώς παραπέμπουν σε εκχριστιανισθέντες εβραίους της μεγαλονήσου. Αναδρομικά λοιπόν ούτε η ελληνική του ποίηση τον έσωζε ούτε ο ρητός χριστιανισμός του, αφού το «δίκαιο του αίματος» πιθανόν θα απαιτούσε πληθώρα πιστοποιήσεων και ενστάσεις πατριδοφυλάκων.
Και με δεδομένο το κριτήριο της πίστεως να μην λαμβάνεται σοβαρά υπόψη, αφού θα έδινε το δικαίωμα ιθαγένειας σε χιλιάδες όχι απλώς χριστιανούς αλλά ορθόδοξους Ρώσους, Βούλγαρους, Ρουμάνους κ.τ.λ. σε αναδρομική ισχύ του γνωστού σκεπτικού του ΣτΕ, δεν θα ελάμβαναν την ελληνική ιθαγένεια μια μεγάλη σειρά αλβανικής καταγωγής αλβανόφωνων χριστιανών. Εκτός λίστας λοιπόν ο Κουντουριώτης και ο προεστός και ο απόγονός του στον 20ό αιώνα πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας. Εκτός λίστας η Μπουμπουλίνα και μια σειρά από σπετσιώτες καπεταναίους και εμπόρους. Εκτός λίστας και μια ολόκληρη φάρα, οι Τζαβελλαίοι, και βέβαια ο σεμνότερος όλων και τιμιότερος καπετάνιος, ο Μάρκος Μπότσαρης. Ολοι αυτοί εκτός των άλλων αρνητικών κριτηρίων δεν ομιλούσαν καν ελληνικά. Ο Μάρκος Μπότσαρης, μάλιστα, αυτό δεν είναι στους πολλούς γνωστό, όταν στάλθηκε από την εύπορη σουλιώτικη φαμίλια του να μάθει γράμματα στα Επτάνησα, αμούστακο παιδί, συνέταξε αλβανοελληνικό λεξικό!
Εκείνο πάντως που εκπλήσσει είναι γιατί οι περί της γνησιότητας και του αίματος των αλλοδαπών ασχολούμενοι δεν αποφάσισαν να αναθεωρήσουν και τις ήδη βεβαιωμένες για αιώνες ιθαγένειες μερικών συμπολιτών μας των οποίων και μόνον τα επίθετα δηλούν ασφαλέστατα ύποπτη εκ αίματος καταγωγή. Τα επίθετα Αλβανός, Αρβανίτης, Γερμανός, Αράπης, Σύρος, Βούλγαρης, Γάλλος, Ρωμαίος, Σικελιώτης, Παρίσης, Ουγγαρέζος, Τσέχος, Μοσχοβίτης, Ολλανδέζος. Αφήνω τα αναφανδόν κουτσοβλάχικα Βίρβος και Τσιτσάνης!!
Ας σοβαρευτούμε, αδελφοί, γιατί αν γυρίσει κανένας λίγο ανάποδα τη σειρά των κριτηρίων για την απόκτηση ιθαγένειας και πέραν του αίματος απαιτούσε ελληνομάθεια, γνώση της ιστορίας και στοιχειώδη γνώση των ελληνικών ηθών, πολλοί, πάμπολλοι από τους προσερχόμενους στις πανελλαδικές εξετάσεις απόφοιτοι των λυκείων θα έχαναν εκ του ασφαλούς την ελληνική τους ταυτότητα.
Τελειώνοντας, αναφέρομαι στον αξιότιμο υπουργό Εσωτερικών επανερχόμενος: Υπάρχει οικογένεια αλλοδαπών εγκατεστημένη μονίμως στην Ελλάδα επί είκοσι συναπτά έτη. Ασφαλισμένη και φορολογούμενη. Η μικρή κόρη τους ήρθε στη χώρα μας δύο ετών. Τελείωσε λύκειο με απόλυτο Αριστα. Ελαβε πτυχίο με Αριστα. Τελειώνει μεταπτυχιακό με απόλυτη επιτυχία. Στερούμενη ιθαγένειας, δεν μπορεί να λάβει υποτροφία στην Ελλάδα ως αλλοδαπή ούτε στην πατρίδα της ως κάτοχος ελληνικού πτυχίου! Περιμένει τον Γκοντό. Τα στοιχεία διαθέσιμα.
Πέμπτη, Φεβρουαρίου 17, 2011
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)


