Ήταν ένας εβραίος, που αγόρασε έναν γάιδαρο από έναν χωρικό, αλλά ο
χωρικός ήθελε πρώτα τα λεφτά και θα του έδινε το γάιδαρο την άλλη μέρα.
Έτσι και γίνεται λοιπόν, κι ο εβραίος πληρώνει το χωρικό και πάνε και
οι δύο σπίτια τους.
Την άλλη μέρα, χτυπάει ο χωρικός την πόρτα του εβραίου:
"Ξέρεις, έχω άσχημα νέα... Ο γάιδαρος πέθανε!"
"Πέθανε; Καλά, δώσε μου τα λεφτά πίσω τότε."
"Δε γίνεται! Τα έφαγα όλα χτες!"
"Τα έφαγες σε μια νύχτα;!" λέει ο εβραίος και κάθεται λίγο σκεπτικός.
"Καλά, φέρε μου το γάιδαρο έστω και νεκρό."
"Νεκρό;; Τι να τον κάνεις;"
"Θα τον βάλω σε λοταρία."
"Λοταρία; Νεκρό γάιδαρο;"
"Φέρε και θα δεις!"
Πράγματι λοιπόν ο χωρικός του πηγαίνει τον νεκρό γάιδαρο, και ο εβραίος
αρχίζει να πουλάει λαχνούς στο χωριό και τα γειτονικά χωριά, για 500 δρχ.
τον κάθε λαχνό.
Μετά από 2-3 μήνες ξανασυναντάει ο χωρικός τον εβραίο και τον ρωτάει:
"Καλά, τι έκανες με εκείνη τη λοταρία με το γάιδαρο;"
"Έβγαλα καλά λεφτά! Αγόρασαν πολλοί λαχνούς."
"Μα καλά, δε διαμαρτυρήθηκε κανένας;"
"Ναι βέβαια, αυτός που κέρδισε."
"Και;;;..."
"Ε... του έδωσα τα λεφτά του πίσω!!!"
στο οποίο ζούσαν όλα τα συναισθήματα.
Εκεί, ανάμεσα στα υπόλοιπα, ζούσαν
η Ευτυχία, η Λύπη, η Γνώση, και η Αγάπη...
Μια μέρα έμαθαν ότι το νησί τους θα βούλιαζε
και έτσι όλοι επισκεύασαν τις βάρκες τους
και άρχισαν να φεύγουν.
Η Αγάπη ήταν η μόνη που έμεινε πίσω.
Ήθελε να αντέξει μέχρι την τελευταία στιγμή.
Όταν το νησί άρχισε να βυθίζεται,
η Αγάπη άρχισε να ζητάει βοήθεια.
Βλέπει τον Πλούτο που περνούσε με μια λαμπερή θαλαμηγό.
Η Αγάπη τον ρωτάει:
- Πλούτε, μπορείς να με πάρεις μαζί σου;
-Όχι, δεν μπορώ, απάντησε ο Πλούτος.
Έχω ασήμι και χρυσάφι στο σκάφος μου
και δεν υπάρχει χώρος για σένα'.
Η Αγάπη τότε αποφάσισε να ζητήσει βοήθεια
από την Αλαζονεία που επίσης
περνούσε από μπροστά της σε ένα πανέμορφο σκάφος.
-Σε παρακαλώ, βοήθησέ με, είπε η Αγάπη.
-Δεν μπορώ να σε βοηθήσω, Αγάπη..
Είσαι μούσκεμα και θα μου χαλάσεις το
όμορφο σκάφος μου, της απάντησε η Αλαζονεία.
H Λύπη ήταν πιο πέρα και έτσι η Αγάπη
αποφάσισε να ζητήσει από αυτή βοήθεια.
-Λύπη, άφησέ με να έρθω μαζί σου.
-Ω Αγάπη, είμαι τόσο λυπημένη
που θέλω να μείνω μόνη μου, είπε η Λύπη.
Η Ευτυχία πέρασε μπροστά από την Αγάπη
αλλά και αυτή δεν της έδωσε σημασία.
Ήταν τόσο ευτυχισμένη,
που ούτε καν άκουσε την Αγάπη να ζητά βοήθεια.
Ξαφνικά ακούστηκε μια φωνή:
-Αγάπη, έλα προς τα εδώ!
Θα σε πάρω εγώ μαζί μου
Ήταν ένας πολύ ηλικιωμένος κύριος
που η Αγάπη δεν γνώριζε,
αλλά ήταν γεμάτη από τέτοια ευγνωμοσύνη,
που ξέχασε να ρωτήσει το όνομά του.
Όταν έφτασαν στη στεριά, ο κύριος έφυγε
και πήγε στο δρόμο του.
Η Αγάπη, γνωρίζοντας πόσα χρωστούσε
στον κύριο που τη βοήθησε,
ρώτησε τη Γνώση:
-Γνώση, ποιος με βοήθησε;
-Ο Χρόνος, της απάντησε η Γνώση.
- Ο Χρόνος; ρώτησε η Αγάπη. Γιατί με βοήθησε ο Χρόνος;
Τότε η Γνώση χαμογέλασε και με βαθιά σοφία της είπε:
Μόνο ο Χρόνος μπορεί να καταλάβει