Μετρητής

Σάββατο, Μαΐου 16, 2009

Σωκράτης

Ξημερώματα στο δεσμωτήριο . Ο Σωκράτης ταξιδεύει μέσα στο Λόγο . Δεν θα μάθει ποτέ κανείς τις σκέψεις που διέκοψε η αιφνίδια είσοδος του φίλου του και μαθητή του , του Κρίτωνα . Μόνο το διάλογο με τον Κρίτωνα θα προσπαθήσει να μεταφέρει χρόνια αργότερα ο Πλάτων . Όσο αληθινός ήταν ο ομώνυμος διάλογος του Πλάτωνα άλλο τόσο είναι κι αυτός εδώ .

Προσπαθεί να μπει μέσα στο Λόγο που κουβαλούσε ο μεγάλος Δάσκαλος , όσο προσπαθώ κι εγώ . Εκείνος ήταν σοφός , εγώ τα αγαθά της Ιστορίας κλέβω .

- Γιατί , ρε Κρίτων , ήρθες τόσο πρωί .

- Ίσα που προλαβαίνουμε , Σωκράτη .

- - Τι να προλάβουμε ;

- Ίσα που προλαβαίνουμε να δώσουμε ένα φακελάκι στους φύλακες για να σε φυγαδέψουν έξω απ’ την Αθήνα .

- Καλά , παίρνουν φακελάκια οι φύλακες ; Αυτό δεν είναι έθιμο κατοπινό ; Μετά από δυόμισι χιλιάδες χρόνια θα είναι της μόδας .

- Πού ζεις , καημένε Σωκράτη . Νόμιζες τόσα χρόνια πως μόνο οι άρχοντες της πόλης χρηματίζονται ; Αυτοί οι κοπρίτες είναι πιο ευάλωτοι . Διδάσκονται από τους άρχοντες και κοιτάνε να τους μιμηθούν στο κακό . Αυτό συμβαίνει και στις μέρες μας και θα συμβαίνει στον αιώνα τον άπαντα . Όμως εσύ είσαι εραστής της ηθικής τόσα χρόνια , κατηγορούσες τους έχοντες και κατέχοντες και δεν έβλεπες πως και οι ασήμαντοι ονειρεύονται να αποκτήσουν τη δύναμη των μεγάλων , ακόμη κι αν δεν έχουν τέτοιες αξίες .

- Γηράσκω αεί διδασκόμενος , Κρίτων .

- Αφού διδάσκεσαι , Σωκράτη , άκουσε το μαθητή και φίλο σου . Μεγαλύτερος είμαι από σένα . Κάτι ξέρω κι εγώ απ’ τη ζωή . Έλα να φύγουμε τώρα .

- Και πού θα πάμε , ρε Κρίτων ;

- Ας πούμε στη Θήβα .

- Κι αυτά που λέγαμε τόσα χρόνια θα τα ξεχάσουμε ξαφνικά ;

- Τα λέγαμε , Σωκράτη , αλλά δεν κατάλαβες στα εβδομήντα σου πως ο κόσμος αυτός δεν πρόκειται ν’ αλλάξει ποτέ ; Θα σου το πει μετά από δυόμιση χιλιάδες χρόνια ο Γκάτσος , σου το διδάσκουν άλλωστε καθημερινά οι φίλοι οι σοφιστές με τον «ορθό» τους λόγο . Τους άκουγες κι εσύ να κάνουν το άσπρο μαύρο και το άδικο δίκιο . Αυτοί πείθουν περισσότερο τους πολίτες κι ο δικός σου Λόγος δεν περνάει στους συμφεροντολόγους πολίτες .

- Τους σοφιστές τους λυπάμαι , Κρίτων . Ελπίζω μόνο σε κείνον τον Πλάτωνα , αυτός είναι ο μόνος που κατάλαβε τα λόγια μου . Ελπίζω να καταγράψει και τη σκέψη μου .

- Ναι , αλλά κοντά στον Πλάτωνα μην ξεχνάς ότι σε άκουσε κι ο Αντρέας κι ο Κινέζος κι άλλοι πολλοί σαν κι αυτόν . Θυμάσαι τι ζημιά έκανε στην πόλη του ο άθλιος Αντρέας , ζημιά πολιτική και ηθική . Την ίδια ζημιά κάνανε κι άλλοι που το παίζανε πολύ πιο προοδευτικοί .

- Μα , Κρίτων , όλοι αυτοί δεν υπήρξαν μαθητές μου . Ήταν πολιτικάντηδες και δασκαλεμένοι ήδη απ’ τους σοφιστές . Δεν πίστεψαν ποτέ τους στον ορθό Λόγο αλλά μόνο στα τυχοδιωκτικά τους οράματα . Διέστρεφαν το Λόγο κι έσερναν τους πολίτες στον όλεθρο .

- Αλήθεια , Σωκράτη , εσύ γιατί δεν έγραψες κάτι για ν’ αφήσεις για τις μελλούμενες γενιές;

- Τους έχω γραμμένους όλους , φίλε Κρίτων . Να δεις πως μετά τετρακόσια έτη θα κάνει το ίδιο κι ένας Εβραίος , κανένα γραπτό δεν θ’ αφήσει πίσω του . Κι αυτός ένα δαιμόνιο θα έχει μέσα του και θα τον κυβερνάει . Αυτό το δαιμόνιο που έχω κι εγώ μέσα μου .

- Σωκράτη , δεν σε καταλαβαίνω . Πάμε να φύγουμε . Η ώρα περνάει .

- Η ώρα η καλή έρχεται , Κρίτων .

- Τι εννοείς , Σωκράτη ;

- Αν δεν κατάλαβαν οι Αθηναίοι τα λόγια μου , τι θα καταλάβουν οι Θηβαίοι ;

- Μα , Σωκράτη , το θέμα αυτή τη στιγμή είναι να σωθείς .

- Και να εγκαταλείψω , Κρίτων , την πόλη μου ; Ξέχασες πως μόνο δυο φορές έφυγα από την πόλη , όταν με στείλανε στον πόλεμο ;

- Είναι άδικη η ποινή που σου επέβαλαν και το ξέρεις .

- Εσύ ξεχνάς , Κρίτων , πως όλα αυτά τα χρόνια διδάσκαμε την υπακοή στους νόμους της πόλης ; Τώρα πρέπει να αποδείξουμε με την πράξη μας ότι όλα όσα λέγαμε τόσα χρόνια δεν ήταν λόγια του αέρα . Ίσως ο θάνατός μου να γίνει η αφορμή για τους Αθηναίους να γίνουν νομοταγείς .

- Το πιστεύεις αλήθεια , Σωκράτη ; Ο θάνατός σου μόνο χαρά θα δώσει σ’ όλους αυτούς που έλεγχες τόσα χρόνια . Μπας και νομίζεις πως θα καταλάβει κάποιος απ’ τους απλούς Αθηναίους ; Αυτοί πίσω απ’ τις εξουσίες τρέχουν για τη βόλεψή τους .

- Πιστεύω απλά , Κρίτων , πως δεν μπορώ να παραβώ τις ιδέες μου .

- Σωκράτη , δεν τους είδες όλους αυτούς μέσα στην Ηλιαία ; Τους οβολούς τους ήθελαν να πάρουν και σιγά μην άκουγε κανένας αυτά που έλεγες . Δεν είναι οι εξουσίες διεφθαρμένες μόνο , είναι κι ο λαός που αποπλανιέται απ’ τα ρεμάλια αυτά με τη χαζομάρα που τον δέρνει . Στο λαό σερβίρουν παιδεία της πλάκας , ενώ τα ρεμάλια παίρνουν τους σοφιστές για τα παιδιά τους κι αυτοί οι σοφοί τα μαθαίνουν πώς θα γίνουν επιβήτορες της πόλης .

- Τι μου τα λες αυτά ; Δεν είμαι αυτός που συγκρούστηκε με Πρωταγόρα και Γοργία και Πρόδικο , όλους αυτούς τους παντογνώστες ; Δεν δήλωσα κάποτε πως «ένα οίδα ότι ουδέν οίδα» ; Έβλεπα την έπαρσή τους , έβλεπα και τη ζημιά που κάνανε στην πόλη . Έβλεπα και την έπαρση των πολιτικών και των διαφόρων δήθεν ειδικών , που την τύφλα τους είχαν κι όμως διαλαλούσανε ότι τα ξέρουν όλα . Τους ξεμπρόστιαζα όλους αυτούς και ξέρω πως αυτοί είναι υπεύθυνοι για την καταδίκη μου . Τι φταίει ο Άνυτος κι ο Μέλιτος που δεν μπόρεσαν μέχρι τώρα να καταλάβουν αυτό το «δαιμόνιο» που έχω μέσα μου ; Αυτοί έχουν το δαίμονα μέσα τους …

Κάπως έτσι θα πρέπει να έγινε η τελευταία συζήτηση με τον Κρίτωνα . Ο Σωκράτης είχε την ηρεμία του αποφασισμένου , εκείνου που δεν του έμενε ούτε χώρος ούτε χρόνος να επανορθώσει . Ήταν αργά πλέον γι’ αυτόν να αλλάξει στάση ζωής .

Πίστεψε σε μια μεταθανάτια ζωή ή μήπως η απάθεια των συμπολιτών του για την θανατική καταδίκη του δεν του άφηνε κανένα άλλο μονοπάτι για να πορευτεί ;

Το μυστικό το πήρε μαζί του .

Σαράντα χρόνια καθοδήγησε τους πολίτες που δεν ήθελαν να μεταμορφωθούν σε Πολίτες . Προφορικός πάντα ο Λόγος του , δεν άφησε πίσω του μια αράδα που θα φώτιζε άμεσα την προσωπικότητά του . Ο «ευαγγελιστής» του , αυτός ο μεγάλος φιλόσοφος Πλάτων , σκιαγράφησε συναισθηματικά το δάσκαλό του και πιθανό αυτός ο συναισθηματισμός να αλλοίωσε σημαντικά στοιχεία του μεγάλου δάσκαλου με τις ηθικές και συνάμα ουτοπικές ιδέες , όχι μόνο για την Αθήνα του 5ου αιώνα αλλά διαχρονικά .

Δεν θέλησε να γράψει τίποτε ο Σωκράτης , το ίδιο θα έκανε τετρακόσια χρόνια αργότερα κι ο Ιησούς των Εβραίων . Για τον δεύτερο υπάρχει κάποιο ελαφρυντικό , ότι έφυγε στα τριαντατρία του . Για τον Σωκράτη δεν ισχύει το ελαφρυντικό αυτό , επειδή έφυγε στα εβδομήντα του . Είχε το χρόνο μπροστά του να καταγράψει τις ιδέες του , όμως δεν θέλησε . Άφησε τον «ευαγγελιστή» του να τον ζωγραφίσει και να παραδώσει το πορτρέτο του στην ιστορία . Ο Μύθος θα διαπλεκόταν με το Λόγο του Πλάτωνα .

Ο Λόγος του Σωκράτη δεν θα έφτανε άμεσα στο δικό μας Λόγο . Επίτηδες το έκανε . Είχε καταλάβει πως «ο κόσμος αυτός δεν πρόκειται ν’ αλλάξει ποτέ» , παρόλο που μοχθούσε να τον αλλάξει με το Λόγο του . Το κατάλαβε μέσα στον πολυδιαφημισμένο «χρυσό αιώνα του Περικλή» . Βιώνοντας στα τελευταία τριάντα του χρόνια τη φρίκη του πελοποννησιακού πολέμου και όλη την παρακμή των θεσμών ή θα έπρεπε να γίνει Αριστοφάνης και να καταγράψει μόνος του τις Νεφέλες του , ή θα έπρεπε να μεταμορφωθεί σε Αλκιβιάδη . Δεν ήταν ικανός ούτε για το ένα ούτε για το άλλο . Δεν είχε αριστοκρατική καταγωγή , ούτε και λαϊκιστής ήταν .

Ήταν «διαφορετικός» ο Σωκράτης , ένας απ’ αυτούς που ματώνουν για να αλλάξουν αυτά που δεν θ’ αλλάξουν ποτέ .

- Σωκράτη , έφτασε η ώρα . Ο οινοχόος έρχεται με την κύλικα .

- Καλώς να έρθει , Κρίτων .

- Πώς μιλάς με τόση απάθεια , δεν φοβάσαι το θάνατο ;

- Όχι , Κρίτων . Δεν πρόκειται να πω εκείνο το «απελθέτω απ’ εμού το ποτήριον τούτο» . Αυτά θα τα πει ένας Εβραίος αργότερα . Εγώ πρέπει να ακολουθήσω το δρόμο μου . Θα είναι καλός αυτός ο δρόμος , Κρίτων .

- Μα η ζωή είναι το πολυτιμότερο αγαθό , Σωκράτη .

- Είναι , Κρίτων , αρκεί να τη βιώνεις σύμφωνα με τον ηθικό νόμο . Περισσότερο θα έλεγα πως οι πράξεις του ανθρώπου πρέπει να συμφωνούν με τις πεποιθήσεις του . Πες λοιπόν στο φύλακα να κάνει γρήγορα .

- Βιάζεσαι κιόλας .Δε σκέφτεσαι την Ξανθίππη και τα παιδιά σου ;

- Βιάζομαι να πάω να συναντήσω κι άλλους σοφούς , που δεν τους κατάλαβα σαν ήμουν νεότερος .

- Και ποιοι είναι αυτοί οι σοφοί ; Το μαντείο των Δελφών χρησμοδότησε πριν λίγα χρόνια ότι μόνο εσύ είσαι σοφός .

- Κι εσύ , Κρίτων , πιστεύεις στα λόγια των ιερέων ; Αυτοί ξελογιάζουν το δήμο με δαιμονικές προφητείες , το δαιμόνιο το δικό μου δεν το έχουν μέσα τους .

Θα πάω λοιπόν να συναντήσω το Δημόκριτο και το Θαλή από τη Μίλητο , ακόμη κι εκείνον τον Ηράκλειτο . Θα έρθουν κι άλλοι αργότερα και μπορεί να βρούμε την άκρη όλοι μαζί .

- Πιστεύεις λοιπόν πως υπάρχει κι άλλη ζωή ;

- Ουκ οίδα , φίλε Κρίτων . Σίγουρα όμως το πνεύμα δεν μπορεί να χαθεί . Κάτι πρέπει να μένει από την παρουσία μας σ’ αυτόν τον κόσμο .

Μπαίνει ο οινοχόος με την κύλικα . Απευθύνεται με σεβασμό στο Σωκράτη :

- Σωκράτη , πρέπει να ξαπλώσεις τώρα . Λυπάμαι για το ποτό που θα σου δώσω, μα δεν φταίω εγώ . Άλλοι δίνουν τις εντολές .

- Το ξέρω , καλέ μου άνθρωπε , δεν φταις εσύ . Φέρ’ το να το πιω στην υγειά σου .

- Πρέπει να σε σκεπάσω πρώτα .

- Σκεπάζομαι και μόνος μου , φίλε μου .

Ο Σωκράτης κατεβάζει μονορούφι το κώνειο , έτσι όπως κατέβαζε το κρασί στα συμπόσια . Άκρατος οίνος ήταν το ποτό αυτό …

- Τήνελα καλλίνικος , όπως έγραψε κι ο Αριστοφάνης . Στην υγειά σας .

Σκεπάζεται με αργές κινήσεις , το μάτι του κοιτάει στωικά τους φίλους .

- Κρίτων , αρχίζω και δεν νιώθω τα πόδια μου . Το πνεύμα μου λειτουργεί και θέλω να πω τα τελευταία μου λόγια .

Αν δεν καταφέραμε να πείσουμε τους Αθηναίους τόσα χρόνια με το Λόγο μας , ποιος μπορεί να τους πείσει αργότερα να πορευτούν το δρόμο της αρετής ; Με ρώτησες πριν από λίγη ώρα για την άλλη ζωή …

Ειλικρινά δεν ξέρω αν υπάρχει . Υπάρχει όμως ο δρόμος της αρετής κι αυτόν πρέπει να διδάξετε . Αυτόν ακολούθησα τόσα χρόνια και δεν μετάνιωσα για την επιλογή μου , όπως δεν μετανιώνω και για την τελική μου απόφαση . Καλή θα είναι η στράτα μου , βίωσα την μπαγαποντιά πανταχόθεν και είμαι έτοιμος να ξεφύγω από τη μούργα που με τυλίγει . Όπου κι αν πάω δεν θα βλέπω αυτή τη σήψη που κυκλοφορεί δίπλα μας . Ακόμα κι αν χαθεί σώμα και πνεύμα .

Το σώμα δεν μ’ απασχολεί καθόλου , ούτε και μ’ απασχόλησε ποτέ τόσα χρόνια . Το πνεύμα μου θα μείνει . Μετά από δυο χιλιάδες χρόνια θα το πουν «γονίδιο» αυτό το πνεύμα .

Έχω να πω κάτι ακόμη , αν κι αρχίζω να μη νιώθω το σώμα μου από τη μέση και κάτω , γιατί το κώνειο λειτούργησε ορθά .

Ο Λόγος θα λειτουργήσει ;

Αυτόν το Λόγο προσπάθησα να υπηρετήσω , όμως ο Λόγος βουλιάζει μέσα στους λόγους των πολιτικών ερπετών . Χαίρομαι που δεν αφήνω κανένα γραφτό πίσω μου . Μόνο οι χριστιανοί ιερείς θα το εκμεταλλεύονταν μετά από αιώνες για να ξεγελάσουν τους αφελείς . Αν έσπειρα σπόρο θα φυτρώσει , αν όχι τόσο χειρότερα γι’ αυτούς .

Προχωράει η νέκρωση , Κρίτων , δεν περισσεύει χρόνος για λόγια . Κουράζομαι να βγάλω τις λέξεις .

Σας … αφήνω … να … πορευτείτε … το … δρόμο … σας .

Ηθικά … , Κρίτων …

Θα έφυγε αποφασισμένος και ήρεμος . Τι μπορούσε να του μετατρέψει θέση και απόφαση μιας ζωής ;

Σωκράτη , παππού μας , μας λείπεις .

Δεν ξέρουμε σε ποιον να δώσουμε το κώνειο σήμερα .

Αυτοί που έχουν τα μυαλά σου δεν έρχονται στην Ηλιαία , την απόφαση την παίρνουν μόνοι τους . Προλαβαίνουν τις αποφάσεις της Ηλιαίας .

Ρομαντικούς και γραφικούς τους βαφτίζουν όλοι όσοι συνεχίζουν τη χαμοζωή και την απατεωνιά .

Εκείνοι που έπρεπε να παίρνουν το κώνειο κρύβονται πίσω από νόμους που οι ίδιοι βγάζουν μέσα σε κοινοβούλια κι ανάκτορα .

Τα ανάκτορα μεταμφιέζονται σε κοινοβούλια κι αυτά τα κενο-βούλια είναι εξίσου ικανά με τα ανάκτορα για την προβολή του κενού λόγου .

Το παραπάνω «θεατρικό» γράφηκε το Μάη του 2006 για να παιχτεί από την θεατρική ομάδα του 1ου Λυκείου Νέας Ιωνίας υπό την καθοδήγηση και την διδασκαλία του φίλου Λευτέρη .

Ο γράφων ταύτισε το Σωκράτη με την αφεντιά του .

Υπέρμαχος της θεωρίας του εγωιστικού γονιδίου ήταν πλέον .

Ήξερε πως ο Σωκράτης ευθυνόταν για τον δικό του απομονωτισμό , όπως κι ο γράφων για τον δικό του …

Τρίτη, Μαΐου 12, 2009

Ο Μάγαρης της οικολογίας

Ήταν απ’ τους πρώτους που γνώρισε ο άλλος όταν έφτασε στην πόλη . Δάσκαλος ήταν ο Μάγαρης κι επιπλέον ανήκε και στο «χώρο» .

Κανένας ποτέ δεν έμαθε ποιος ήταν ο περιβόητος χώρος . Ίσως ήταν κάτι σαν την κολυμβήθρα του Σιλωάμ , όποιος έμπαινε μέσα κέρδιζε τη μελλοντική του πολιτική ανέλιξη . Απαραίτητη προϋπόθεση , για να μπεις στο «χώρο» , ήταν να δηλώνεις αριστερός .

Σ’ αυτό το χώρο συναντήθηκε με τον άλλο . Συνοδοιπόρησαν πολιτικά για πολλά χρόνια , κάνανε παρέα , κάποια στιγμή ο Άλλος πίστεψε ότι έγιναν και φίλοι . Ο Άλλος δεν είχε βεβαιωθεί απόλυτα ακόμα ότι ποτέ ένας καρμίρης δε γίνεται φίλος , ότι μόνο σαν τη βδέλλα κολλάει πάνω σου .

Κάποια χρονιά ξεκίνησαν να χτίζουν και οι δυο το σπίτι τους . Ο Μάγαρης το μέλαθρόν του , ο άλλος πάσκιζε με τα μπράτσα του να μεγαλώσει τις δυο καμαρούλες που του άφησε η γιαγιά του όταν πέθανε . Και οι δυο τους ζορίζονταν οικονομικά , όμως ο Μάγαρης ήταν αυτός που κλαιγόταν .

Έφτασε καλοκαίρι . Ο Άλλος πήρε τα τσαντίρια του , τη γυναίκα του και το γιο του , νοίκιασε και μια βάρκα στην Αλόννησο και φύγανε για διακοπές στο ερημονήσι τους . Ο Μάγαρης ήταν θλιμμένος .

- Δε μπορούμε να πάμε διακοπές φέτος , έλεγε . Δεν περισσεύουν λεφτά για τέτοιες πολυτέλειες .

Τον λυπήθηκε ο Άλλος , φίλο του τον ένιωθε μέχρι τότε και τον κάλεσε να κάνουν μαζί διακοπές .

- Δε θα ξοδέψεις τίποτε σχεδόν εκεί πέρα , είπε . Άλλωστε τόσα χρόνια σας παρακαλώ να πάμε μαζί στο Νησί .

Δε χρειάστηκε να επιμείνει στην πρόσκλησή του . Αποδέχτηκε πρόθυμα ο Μάγαρης . Χάρηκε κι ο Άλλος που επιτέλους οι «φίλοι» θα περνούσαν τις διακοπές μαζί . Κυρίως τη συντροφιά της γυναίκας του επιζητούσε , που τη θεωρούσε καρδιακή Φίλη του μέχρι τότε . Το Μάγαρη τον είχε ήδη ψυχολογήσει . Οι αποδείξεις του έλειπαν μόνο …

Πήγε στο νησί με τη γυναίκα του ο Μάγαρης και κάθισαν καμιά εικοσαριά μέρες . Όλα σχεδόν ήταν πληρωμένα . Ψάρι άφθονο είχε ο ήρεμος κόλπος για να ταΐσει όλη την παρέα που βρέθηκε στο Νησί .

Μια μέρα , που ο Άλλος ψάρευε με το ψαροντούφεκο , οι υπόλοιποι πήγαν για τσαπαρί . Ήταν ο Βλάσης , η Μελίνα , η Καίτη κι ο Αποστόλης . Πήγαν για ψάρεμα με τη βάρκα και κει επάνω ο Μάγαρης τους αμόλησε το μυστικό :

- Δε θα ’ρχόμουν , είπε στους άλλους . Όμως αυτό το καλοκαίρι είχαμε οικονομικό πρόβλημα .

Ο Βλάσης τον άκουσε εμβρόντητος . Μετά από δυο μέρες , μόλις έφυγε ο Μάγαρης , είπε στον Άλλο «το και το» .

Έμεινε κάγκελο ο Άλλος . Οι αποδείξεις των ψυχολογικών του ενοράσεων έπαιρναν σάρκα και οστά πλέον …

Όταν γυρίσανε στην πόλη , βρεθήκανε στο σπίτι του Άλλου . Τον άρπαξε απ’ τα μούτρα μπροστά στη γυναίκα του και τον αδελφό της . Δεν είχε τίποτε να απαντήσει ο καρμίρης .

Ο κουνιάδος του προσπάθησε να μπαλώσει λίγο τα πράγματα . Τι να έκανε ; Άντρας της αδελφής του ήταν .

Ο Άλλος έφυγε τον ίδιο χειμώνα μαζί με τη γυναίκα του και το γιο τους για το Νησί . Πήγαν για να γλιτώσουν από κάτι τέτοιους μίζερους που τους είχαν καβαλήσει . Κουβαλούσε η γυναίκα του και το δεύτερο παιδί τους στη κοιλιά της . Ήταν υποχρεωμένη να έρχεται στην πόλη κάθε μήνα για να την παρακολουθεί ο γιατρός της .

Ο Μάγαρης ήταν άψογος πια . Την περίμενε έξω απ’ το δελφίνι και την πήγαινε στο σπίτι της … για να μαγειρέψει και να φάνε όλοι τους . Η γκαστρωμένη Δώρα γλίτωνε μ’ αυτό τον τρόπο τις πολλές μετακινήσεις . Πού να τρέχει στο σπίτι τους να τρώει και να γυρίζει πίσω στο μισοτελειωμένο γιαπί …;

Ο Άλλος γύρισε μετά από ένα χρόνο απ’ το Νησί …

Έπεσε πάνω στο γιαπί να το τελειώσει . Έφταναν Χριστούγεννα και το σπίτι δεν ήταν έτοιμο ακόμα . Ούτε στο σπίτι του Μάγαρη είχαν τελειώσει οι εργασίες .

- Τι θα κάνετε την παραμονή ; ρώτησε ο Μάγαρης .

- Θα πάμε στο Μήτσο , απάντησε ο Άλλος . Το δικό μας σπίτι δε μπορεί να φιλοξενήσει κόσμο .

- Εμείς δεν έχουμε πού να πάμε .

Τόσα χρόνια δεν είχε βρει άλλο αποκούμπι , ο τρισάθλιος .

Ο Άλλος τους συμπόνεσε για άλλη μια φορά , για τελευταία φορά . Τους κάλεσε να έρθουν μαζί τους στο Μήτσο . Είχε το θάρρος να καλέσει όποιον ήθελε στο σπίτι του φίλου .

Πάλι ο Μάγαρης δέχτηκε πρόθυμα την πρόσκληση . Δεν είχε κανένα πρόβλημα , γιατί το Μήτσο τον συναντούσε καθημερινά στο σπίτι του Άλλου .

Πήγαν και οι δυο οικογένειες και κάνανε το ρεβεγιόν τους στο Μήτσο . Ο Άλλος ένιωθε οικοδεσπότης , έσφαξε και μαγείρεψε τον κόκορά του , πήρε και τα κρασιά του . Ο φουκαράς ο Μάγαρης ήταν ξένος , είχε και το σπίτι που έχτιζε κι έτσι ήρθε με άδεια χέρια .

Όχι με άδεια , έφερε κι ένα μπουκάλι κρασί , που του είχαν φέρει δώρο πριν πέντε χρόνια . Είχε παλιώσει το κρασί …

Πέρασαν μήνες . Το Μάη ο Μάγαρης μετακόμισε στο καινούριο του σπίτι , λίγες μέρες πριν τη γιορτή του . Ο Άλλος , μαζί με το Μήτσο, αποφάσισαν να πάνε σπίτι του ανήμερα του Αγίου Κωνσταντίνου . Πήραν και δώρα εορταστικά , πήραν και για τα καλορίζικα του σπιτιού κι έφτασαν . Τους υποδέχτηκαν με χαρά , τους κέρασαν και γλυκό και ποτό , έτσι όπως συνηθίζεται σ’ όλα τα καθωσπρέπει σπίτια . Τους ξενάγησαν και στο μέλαθρον , που κόστισε άπειρα φράγκα .

Η ώρα περνούσε και οι φιλοξενούμενοι δεν έφευγαν . Ο Μάγαρης καθόταν σ’ αναμμένα κάρβουνα εξαιτίας της αρμένικης βίζιτας . Είχαν και παιδιά οι μουσαφίρηδες .

Τα παιδιά έχουν μια φοβερή όρεξη για μακαρόνια . Το μυαλό του Μάγαρη άστραψε ξαφνικά .

- Δε μαγειρεύεις μια μακαρονάδα , είπε στη γυναίκα του . Κάνε και καμιά σάλτσα .

- Δεν έχουμε κεφαλοτύρι , απάντησε εκείνη .

- Έχουμε φέτα , την αντίκοψε ο Μάγαρης .

Οι μουσαφιραίοι καταδέχτηκαν κι έφαγαν το πλούσιο δείπνο . Ήταν ευγενικοί και δε σηκώθηκαν να φύγουν .

Είχαν μάθει ότι εκείνη τη μέρα απεργούσαν όλες οι πιτσαρίες και τα ψητοπωλεία της πόλης κι έτσι δεν έφτυσαν τον οικοδεσπότη .

Από κείνη τη βραδιά ο Άλλος άρχισε να θυμώνει και να προσέχει τους καρμίρηδες . Καρμίρηδες στην καρδιά , καρμίρηδες και στην τσέπη , έλεγε .

Βρέθηκε άλλη αφορμή για να απαλλαγεί απ’ τη μιζέρια του Μάγαρη ο Άλλος . Χώρισαν πολιτικά κι έτσι γλίτωσε . Όμως παρακολουθούσε την πορεία της καρμιριάς του.

Του άρεσαν τα κεράσια του Μάγαρη , αλλά τα κεράσια είναι ακριβά . Όταν αγόραζε , πήγαινε στο σχολείο με ένα σακουλάκι γεμάτο και ήξερε τον τρόπο να γλιτώσει τα κεράσια του απ’ τους άλλους καρμίρηδες . Έβγαζε ιεροτελεστικά ένα κεράσι απ’ το σακουλάκι , το έτρωγε με επιδεικτική απόλαυση και εξίσου επιδεικτικά έφτυνε το κουκούτσι μέσα στο ίδιο σακούλι .

- Το κάνω επίτηδες , έλεγε ο ανεγκέφαλος , για να μη μου τα φάτε !

Δεν πίστευαν στα μάτια τους οι άλλοι , όμως ο Μάγαρης δε χαμπάριζε από τέτοια . Είχε προ οφθαλμών ένα στόχο υψηλό: τη μεγιστοποίηση της περιουσίας του .

Αγόραζε γαίες , αγόραζε ακίνητα , πάτσιαζε χρήμα για τα γεράματά του .

Έγινε και οικολόγος . Αυτόνομος . Δεν τον χωρούσε καμιά κίνηση και καμιά ομάδα . Έγινε και βιοκαλλιεργητής …

Είχε και δεν είχε εκατό τετραγωνικά μέτρα κήπο στο σπίτι του και τον αξιοποίησε στο έπακρο . Καλλιεργούσε λαχανόκηπο , είχε και δέκα κότες . Φίλους δεν απόκτησε ποτέ .

Όταν μια φορά του περίσσεψε ενάμισι κιλό σπανάκι το πήγε σε μια οικολογική αγορά που λειτουργούσε στην πόλη και το αντάλλαξε με δυο ρολά κωλόχαρτο .

Μια άλλη μέρα πήγε εφτά αυγά στην αγορά . Πήγαινε συχνά εκεί το περίσσευμά του κι έτσι ο μαγαζάτορας ήξερε πόσα χρήματα θα του έδινε . Μόλις τα πήρε στα χέρια του κοίταξε το μαγαζάτορα και του είπε :

- Μου χρωστάς ακόμα είκοσι δραχμές .

- Γιατί , έκανε έκπληκτος ο άλλος .

- Το ένα αυγό είναι δίκροκο .

- Πού το ξέρεις , ρώτησε ο μαγαζάτορας .

- Δεν ξέρω τις κότες μου ; έκρωξε ο Μάγαρης .

Ο Μάγαρης ήξερε τα πάντα , ακόμα και τι έβγαζε απ’ τον κώλο της η κότα .

Τα γονίδια που κουβαλούσε τον βοηθούσαν να κερδίζει κι απ’ τον κώλο της κότας .

Κέρδιζε από παντού . Καθημερινά αυτός και η γυναίκα του κλαίγονταν πως δεν τη βγάζουν οικονομικά , όμως κάθε λίγο οι Άλλοι μάθαιναν για βαρύτιμες αγορές ακινήτων .

Δε ζήλευαν οι Άλλοι για τις αγορές αυτές .

Απλά λυπόντουσαν που τον βοηθούσαν , χρόνια ολόκληρα , για να μαζέψει αυτό το βιος .

Υ.Γ.

Το διήγημα αυτό γράφηκε πριν εφτά χρόνια

και δημοσιεύτηκε σ’ ένα βιβλιαράκι μου

με τίτλο «Καρμίρηδες».

Χιλιάδες διάβασαν το βιβλιαράκι,

όμως εγώ μόνο ογδόντα πούλησα…

Κυριακή, Μαΐου 10, 2009

Σε ποια χέρια βρίσκεται το χρήμα σήμερα;


Κάποτε κυνηγούσαμε τα βρώμικα χέρια

μέσα σε παλάτια και μέσα σε οντάδες αριστοκρατών.

Αργότερα τα κυνηγούσαμε μέσα σε αστικά μέλαθρα.


Σήμερα τα βρώμικα χέρια βρίσκονται παντού.

Ακόμη και στα χέρια εκείνων που προσπαθούν δήθεν

να μας σώσουν απ’ τα χέρια των εκμεταλλευτών.


Αυτοί είναι οι χειρότεροι εκμεταλλευτές,

γιατί σκοτώνουν και τα τελευταία ίχνη ελπίδας.


Είναι άπειροι οι οχτροί μας πλέον.

Ιδρύουν «μη κερδοσκοπικές» εταιρίες

και τρώνε ασύστολα το χρήμα του λαού.


Οχτροί μας είναι αυτοί που θέλουν να μας σώσουν.

Έτσι γινόταν πάντα.

Μόνο που σήμερα αυξήθηκαν οι «ευεργέτες» μας.


Φοβού τους ευεργέτας με τους κουμπαράδες…