Ένα σπιτάκι έχει ο δόλιος ο Λαλιώτης στα Δολιανά κι όρμησε ο Μητσοτάκης να του το φάει.
Αναγκάζεται λοιπόν ο «ήρωας» του Πολυτεχνείου ν’ αποδεχτεί τη μοίρα του.
Θα του βγάλουν το σπιτάκι στο σφυρί για εκατό χιλιάδες Ευρώ.
Δεν έχει μετρητά ο Λαλιώτης για να πληρώσει το χρέος του…
Ούτε κι άλλη περιουσία έχει…στ’ όνομά του.
Μόνο το κόμμα μπορεί να αποτρέψει τη συμφορά του.
Κανένας δε δείχνει συμπόνια στους πολιτικούς μας , αυτούς που μοχθούνε μια ζωή για την προκοπή μας και στο τέλος μένουν μόνο μ’ ένα μικρό καλύβι στην κατοχή τους.
Ποιος θα δώσει τώρα ένα κεραμίδι στο Λαλιώτη για να στεγάσει την οικογένειά του;
Αναλαβαίνω εγώ την πρωτοβουλία.
Έχω δυο σπίτια, που έχτισα με τα χέρια μου.
Του προσφέρω το ένα, μιας κι ο ίδιος δεν μπόρεσε να χτίσει κανένα.
Αυτός έχτιζε το σοσιαλισμό στην Ελλάδα…
Υ.Γ.
Η μόνη του ελπίδα είναι να πάρει τη βουλευτική σύνταξη και να ζήσει ανθρώπινα.
Ας φροντίσει αυτή η κυβέρνηση να δίνει σύνταξη στους βουλευτές χωρίς όριο ηλικίας.
Φοβερά και τρομερά πράγματα συμβαίνουν πάνω στο βουνό των Κενταύρων όλα τα τελευταία χρόνια. Η ομορφιά του χάνεται ραγδαία εξαιτίας της οικοδομικής «προόδου» κι αυτό γίνεται άμεσα αντιληπτό αντικρίζοντας από μακριά την πόλη του Βόλου και τα υπερκείμενα αυτής…χωριά.
Δεν υπάρχουν πλέον χωριά. Μια ενιαία πόλη αντικρίζεις, που ορθώνεται ως το ύψος της Πορταριάς και της Μακρινίτσας. Τα βόρεια προάστια του Βόλου χτίζονται όπως τα της Αθήνας και καταστρέφουν όλη τη φύση εν ονόματι του κέρδους.
Το ίδιο συμβαίνει σ’ όλο το Πήλιο - και προς τον Παγασητικό και προς το Αιγαίο. Όλα τα χωριά έχουν ενωθεί μεταξύ τους. Δασικές εκτάσεις αποχαρακτηρίζονται από όλους αυτούς που προστατεύουν το περιβάλλον και στα γρήγορα χτίζονται οι μεζονέτες της μωροφιλοδοξίας των αστών. Μεζονέτες ή βίλες με πισίνες που κατοικούνται για λίγες μέρες το χρόνο κι όπου επενδύεται το μαύρο χρήμα των ιδιοκτητών τους.
Καταστρέψαμε τα νησιά μας στις τελευταίες δεκαετίες, τώρα έφτασε η ώρα των ορέων.
Νέοι δρόμοι χαράζονται πάνω σε απάτητες βουνοκορφές και νέες οικοδομές θα δούνε το φως μες στο παρθένο πράσινο.
Τα «Δεκεμβριανά» του 2008 αντιμετωπίστηκαν, μέχρι σήμερα, με μια διττή και απολύτως ανταγωνιστική ανάγνωση:
Από τη μία πλευρά, οι θιασώτες της εκδοχής ότι πρόκειται για εξέγερση –με διαφοροποιήσεις ανάμεσά τους– προβάλλουν το γεγονός της εκτεταμένης κινητοποίησης ενός σημαντικού μέρους της νεολαίας, ιδιαίτερα της φοιτητικής και της μαθητικής, και το ξέσπασμα που έφτασε μέχρι και τις επαρχιακές πόλεις και τις κωμοπόλεις, προκειμένου να στηρίξουν την άποψή τους. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια, ορισμένες «σπασμένες βιτρίνες» και η δράση των «κουκουλοφόρων» ήταν το λιγότερο σημαντικό, ενώ η εξέγερση της νεολαίας ήταν το αποφασιστικό.
Από την άλλη, οι θιασώτες της κατευθυνόμενης «πορτοκαλί επανάστασης», επιμένουν στο ότι τα γεγονότα ήταν κατευθυνόμενα από κόμματα (ΣΥΡΙΖΑ και εν πολλοίς ΠΑΣΟΚ), ΜΜΕ (από τον Άλφα και το Μέγκα έως το CNN και από την Ελευθεροτυπία έως τη… Libération) και πρεσβείες (και κατ' εξοχήν την «Πρεσβεία»), που χρησιμοποίησαν τους «κουκουλοφόρους» και την αγανάκτηση της νεολαίας για να ανατρέψουν την κυβέρνηση Καραμανλή, η οποία δεν δείχνεται όσο ενδοτική θα ήθελαν (Σχέδιο Ανάν, αγωγοί, Σκόπια κ.λπ.) καθώς και από τους εγχώριους νταβατζήδες που προτιμούν την ύπαρξη μιας απόλυτης ακυβερνησίας (λέγε με Γιωργάκη).
Σε αυτή την εφημερίδα, από την αρχή, είχαμε την άποψη πως η πραγματικότητα είναι πολύ πιο περίπλοκη και σύνθετη από αυτό το μανιχαϊστικό σχήμα. Γι' αυτό και στο πρώτο φύλο της εφημερίδας που κυκλοφόρησε, στη διάρκεια των γεγονότων (τεύχος 47), παραθέσαμε και τις δύο απόψεις, καθώς και περισσότερες αποχρώσεις απέναντι στα γεγονότα. Είναι καιρός πλέον να αρχίσουμε μια πιο συστηματική αποτίμηση. Έτσι, παράλληλα με την παράθεση απόψεων που επιμένουν στη μία ή την άλλη πλευρά, θα παρουσιάσουμε και εκείνες που επιχειρούν να είναι πιο συνθετικές και πολυπρισματικές.
Η καθολική κρίση μιας παρασιτικής κοινωνίας
Κατ' αρχάς, η έκταση που πήραν τα γεγονότα, με όποιο ερμηνευτικό κλειδί και να τα αντιμετωπίσει κανείς, δεν μπορεί να εξηγηθεί παρά μόνο από την κατάρρευση και την αποσύνθεση μιας παρασιτικής κοινωνίας που, εδώ και δεκαετίες, επιδίδεται στην κατεδάφιση όλων των αξιών και των προτύπων πάνω στα οποία είχε οικοδομηθεί το ελληνικό έθνος και το ελληνικό κράτος, και μάλιστα από εκείνους που εμφανίζονταν ως οι εκφραστές αυτών των αξιών.
Η Χούντα – η ακραία έκφραση της παραδοσιακής εθνικοφροσύνης και της Δεξιάς– προκάλεσε μια εθνική καταστροφή στην Κύπρο. Η Αριστερά, από την αντίπερα όχθη, ως ο εκφραστής του σοσιαλιστικού αιτήματος, κατέρρευσε, είτε μαζί με τον υπαρκτό σοσιαλισμό, είτε με την ανοικτή προσχώρηση των σοσιαλ-ληστών στον νεοφιλελευθερισμό και τη διαφθορά. Η «Ελευθεροτυπία», το όνειρο γενεών και γενεών Ελλήνων, παραδόθηκε στους νταβατζήδες των καναλιών και στους «αλήτες-ρουφιάνους-δημοσιογράφους». Η Διανόηση και οι «μορφωμένοι», οι καθηγητάδες και οι προοδευτικοί, όχι μόνο κατακλέβουν τον ελληνικό λαό (λέγε με πρύτανη της Παντείου), όχι μόνο τρώνε με δέκα μασέλες (που τις αποκαλούν ευρωπαϊκά προγράμματα και μη-κυβερνητικές οργανώσεις, αλά Σόρος), όχι μόνο μεταβλήθηκαν σε ένα απερίγραπτο κηφηναριό που παράγει ελάχιστο δημιουργικό έργο, αλλά έχουν αποδυθεί σε ένα ηρωστράτειο έργο κατεδάφισης κάθε αξίας που εξακολουθεί να συνέχει τον ελληνικό λαό: εξ ου και το κατάπτυστο βιβλίο ιστορίας, ο «ελληνο-οθωμανισμός», η συκοφάντηση του πατριωτισμού, της Εθνικής Αντίστασης η απεμπόληση της Κύπρου.
Η Ορθοδοξία, το τελευταίο αποκούμπι των λαϊκών στρωμάτων, που κράτησε τον ελληνισμό όρθιο στις πιο μαύρες μέρες, έχει παραδοθεί στους Εφραίμ, τους παπαροκάδες και τους τουρκόφρονες, μέσα σε μια γενικευμένη υποκρισία.
Και βέβαια οι πολιτικοί, σχεδόν όλων των χρωμάτων και αποχρώσεων, είναι είτε διεφθαρμένοι ως το μεδούλι, μέτριοι και ανδράποδα, είτε, στην καλύτερη περίπτωση, μισθοσυντήρητοι γραφειοκράτες που για τριαντα-πέντε χρόνια, σε όλη τη μεταπολίτευση, ζουν πλουσιοπάροχα από την πολιτική, εκεί που άλλοτε διακινδύνευες όχι μόνο περιουσίες αλλά και την ίδια τη ζωή σου.
Αν αυτά λοιπόν συμβαίνουν στους «από-πάνω», στις άρχουσες τάξεις και τους θεσμούς, όπως κι άλλες φορές ίσως είχε συμβεί στο παρελθόν, ωστόσο υπήρχαν πάντοτε και οι «απο-κάτω», ο λαός, οι αγρότες, οι εργάτες, οι «μικρομεσαίοι», που τροφοδοτούσαν αυτή τη χώρα αδιάκοπα με ήρωες και αγωνιστές, με τον Κοσμά τον Αιτωλό και τον Καραϊσκάκη, με τον Μακρυγιάννη και τον Βελουχιώτη, με τον Αυξεντίου και τον Σολωμό Σολωμού. Σήμερα, μετά από τριαπέντε χρόνια μεταπολίτευσης, έχουν διαφθαρεί, κομματιαστεί, αποσυντεθεί και οι «αποκάτω». Η αγροτιά, και ιδιαίτερα η ορεινή, που τροφοδοτούσε όλους τους εθνικούς αγώνες, μέχρι την Εθνική Αντίσταση και την ΕΟΚΑ, έχει συρρικνωθεί, ενώ αυτή που έμεινε, έχει μεταβληθεί σε επιδοτούμενους από την Ευρωπαϊκή Ένωση και σε επιστάτες των Αλβανών και των Πακιστανών που δουλεύουν για λογαριασμό της. Η ελληνική εργατική τάξη, έχει μετακομίσει στις ΔΕΚΟ και το Δημόσιο, τα μπαρ, τα καφενεία και τις «πόρτες» των σκυλάδικων, ενώ η όποια παραγωγική εργασία γίνεται ακόμα σε αυτή τη χώρα από χειρώνακτες εργαζόμενους έχει αναληφθεί από τους ξένους. Στο δημόσιο στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση, στις ΔΕΚΟ, βασιλεύουν οι συνδικαλιστές, οι κηφήνες, οι καλοπερασάκηδες μηδενιστές. Γι' αυτό και τα εκατομμύρια των Ελλήνων που δεν έχουν διαφθαρεί, που δεν έχουν διέξοδο, βρίσκονται αιχμαλωτισμένοι μέσα σε ένα αδιέξοδο, όπου από τη μία πλευρά νιώθουν ασφυκτικό τον ανταγωνισμό της μετανάστευσης, από την άλλη όμως έχουν μεταβληθεί σε κομμάτι μιας δουλοκτητικής κοινωνίας που εκμεταλλεύεται την εργασία των μεταναστών.
Κυρίαρχο, αποφασιστικό παραμένει το γεγονός του παρασιτισμού, που από τις άρχουσες τάξεις κατέβηκε προς τα κάτω και διέφθειρε και ένα μεγάλο ποσοστό των λαϊκών στρωμάτων. Οι Έλληνες σήμερα ζουν με πολύ περισσότερα από όσα παράγουν. Και αυτό δεν αφορά μόνο την «πλουτοκρατία» αλλά και τα μεσαία στρώματα και ένα μέρος των λαϊκών στρωμάτων. Γι' αυτό και τα αυτοκίνητα, τα κινητά, οι κάρτες, η υπερχρέωση. Όμως το «πάρτι» της ανόδου των εισοδημάτων και της κατανάλωσης τελειώνει. Και μάλιστα, σε συνθήκες παγκόσμιας κρίσης.
Η ελληνική κοινωνία, μια κοινωνία που στηριζόταν σε αξίες για να επιβιώνει, την πατρίδα, τη γλώσσα, την Ορθοδοξία, την κοινωνική δικαιοσύνη, τα κατανάλωσε και τα εξόντωσε όλα. Έφτασε στο βαθμό μηδέν. Γυμνή στο τελευταίο σκαλί.
Οι αντιδράσεις μιας μηδενιστικής κοινωνίας
Φως δεν μοιάζει να έρχεται από πουθενά. Δεν υπάρχουν τα κοινωνικά και πολιτικά υποκείμενα που έστω θα αναλύσουν αυτή την κρίση, πόσο μάλλον να προσφέρουν λύσεις για την έξοδο από αυτή.
Γι' αυτό και οι εξεγέρσεις μπορούν να είναι ταυτόχρονα πραγματικές, μηδενιστικές, διότι δεν εμπεριέχουν όραμα, και χειραγωγήσιμες, αν δεν υπάρξει κάποιος συνθετικός πόλος –που σήμερα δεν υπάρχει.
Δηλαδή, η διάλυση μιας μηδενιστικής κοινωνίας παράγει αντιδράσεις και κινητοποιήσεις εξίσου μηδενιστικές με την κυρίαρχη ιδεολογία και πραγματικότητα. Γι' αυτό και μπορούν να τις εκμεταλλευτούν, ή να επιχειρήσουν να τις εκμεταλλευτούν τόσο εξωτερικές δυνάμεις, που θέλουν να ρίξουν ή να υποτάξουν ακόμα περισσότερο τον Καραμανλή, όσο και εσωτερικοί καιροσκόποι – Αλαβάνοι, αλλά και τρομοκράτες που θέλουν να ανοίξουν κάποιο «νέο γύρο».
Ωστόσο αυτός ο ξεσηκωμός έχει και πραγματική διάσταση. Διότι, κατά τεκμήριο, σε μια κοινωνία σε κρίση, πάντοτε τα πιο ευαίσθητα στοιχεία της είναι οι νέοι: Εκείνοι που δεν έχουν ακόμα ενταχθεί στην παραγωγή, δεν έχουν πραγματοποιήσει τους αναρίθμητους συμβιβασμούς των μεγαλυτέρων, δεν έχουν εξαγοράσει ή εξαργυρώσει τις απόψεις τους. Επομένως, όταν ξεσηκώνονται οι μαθητές, με αφορμή τη δολοφονία του συμμαθητή τους, ξεσηκώνονται και ενάντια σε μια κοινωνία χωρίς διέξοδο, όπου όλα φαντάζουν μαύρα και τελειωμένα. Και βέβαια ξεσηκώνονται πάντα με απόθεμα τα ιδεολογικά εργαλεία τα οποία τους προσφέρει η κοινωνία.
Και εδώ βρίσκεται το πρόβλημα. Ο ξεσηκωμός της νεολαίας δεν είναι εφ' αυτού εγγενώς επαναστατικός. Καθορίζεται από τις υπαρκτές ιδεολογίες και αντιστάσεις. Όταν, στη δεκαετία του 1960, ξεσηκωνόταν η νεολαία όλου του κόσμου, τα κυρίαρχα επαναστατικά «παραδείγματα» ήταν ο Τσε Γκεβάρα, ο Χο τσι-μινχ, ο Μάο τσε τουνγκ ο… Μαρκούζε και ο Μπομπ Ντύλαν. Στην Ελλάδα, ο Λαμπράκης η Εθνική Αντίσταση και ο Θεοδωράκης, κ.λπ., κ.λπ. Την ίδια εποχή, στο παλαιστινιακό κίνημα ήταν ο Νάσερ, ο σοσιαλιστής Αραφάτ και οι μαρξιστές Χαμπάς, ο Ναβατμέχ κ.ά. Σήμερα είναι ο προφήτης Αλή, ο Χομεϊνί και ο Νασράλα για τη νεολαία των σιιτών, ο προφήτης Μωάμεθ, ο Σαγιέντ Κουντμπ και η Χαμάς για την παλαιστινιακή νεολαία. Στην Πολωνία, επί υπαρκτού σοσιαλισμού, τα ινδάλματα της νεολαίας ήταν ο πάπας Βοϊτύλα, ο Λεχ Βαλέσα, και ο… Ρήγκαν. Σήμερα, τα ινδάλματα της ισραηλινής νεολαίας είναι οι εξτρεμιστές ραβίνοι της «Σας» και του «Λικούντ». Το ίδιο και στη διάρκεια του μεσοπολέμου, στη Γερμανία και την Ιταλία, η πλειοψηφία της νεολαίας θα ενταχθεί στα τάγματα εφόδου και τα φασιστικά «φάσιο».
Στην Ελλάδα, ο ξεσηκωμός της νεολαίας είναι εξαιρετικά ισχνός ακόμα. Δεν έχει πάρει ευρύτερες και συστηματικές διαστάσεις. Γι' αυτό και η έκταση των γεγονότων του Δεκέμβρη του 2008 είναι στην πραγματικότητα πολύ μικρότερη από ό,τι εμφάνισαν τα κανάλια, τα κόμματα και οι Πρεσβείες, επειδή είχαν συμφέρον να το κάνουν. Ένας ασφαλής δείκτης για των πραγματικών μεγεθών της κινητοποίησης ήταν η πολύ μικρή –αναλογικά– συμμετοχή στην κηδεία του Αλέξανδρου, ενώ παραδοσιακά, στην Ελλάδα, οι κηδείες των θυμάτων της κρατικής καταστολής προσλαμβάνουν πάνδημο χαρακτήρα.
Ωστόσο δεν σημαίνει πως είναι και ανύπαρκτη ή αποκλειστικά χειραγωγούμενη. Μια νεολαία του no future, αηδιασμένη από τον κόσμο των «μεγάλων», αλλά και από τον ίδιο της τον καταναλωτικό εαυτό, ίσως αντέδρασε ενστικτωδώς. Και αυτό το γεγονός πρέπει να καταγραφεί και να υπογραμμιστεί.
Να καταγγείλουμε ή να διαμορφώσουμε όραμα;
Τα ερωτήματα μπαίνουν από κει και πέρα. Είναι όντως αλήθεια ότι οι «μεγάλοι», ιδιαίτερα των μεσοαστικών στρωμάτων, που ζουν σε ένα απόλυτο υπαρξιακό κενό και έχουν εγκαταλείψει συχνά τα παιδιά τους στην τύχη τους, χαϊδεύοντας τα αυτιά τους, προσπαθούν να εξαγοράσουν τις τύψεις και τις ενοχές τους για το μηδέν που τους παρέδωσαν.
Είναι όντως αλήθεια ότι αυτά τα παιδιά έχουν μεγαλώσει σε μια «παιδόφιλη» και ταυτόχρονα ανάλγητη κοινωνία, που από τη μια πλευρά τους χαϊδεύει τα αυτιά και το πορτοφόλι και από την άλλη δεν τους προσφέρει κανένα όραμα και καμιά αξία. Επομένως είναι απολύτως «κακομαθημένα» και στην ίδια την εξέγερσή τους.
Είναι όντως αλήθεια ότι η ιδεολογικά κυρίαρχη ατμόσφαιρα, όπως εκπορεύεται από τον ΣΥΡΙΖΑ, τις αριστερίστικες ομάδες, τους αναρχικούς και το συνονθύλευμα των μπαρόβιων διανοουμένων και δημοσιογράφων Εξαρχείων και Κολωνακίου, είναι μια ατμόσφαιρα εθνομηδενισμού, μεταμοντέρνου ολοκληρωτισμού, ιδεολογικής, ακόμα και φυσικής, τρομοκρατίας. Και ότι υπάρχουν και φαινόμενα αντιδημοκρατικής ή ακόμα και φασιστικής συμπεριφοράς, που πλέον δεν περιορίζονται μόνο στα γήπεδα, αλλά έχουν επεκταθεί και στα Πανεπιστήμια και στις διάφορες πολιτικές κινητοποιήσεις και ομαδοποιήσεις.
Όμως, παρ' όλα αυτά, υπάρχει πάντα η «πανουργία της ιστορίας». Μιας ιστορίας που σήμερα οδηγεί σε παγκόσμια κρίση –οικονομική και ταυτόχρονα κρίση της παγκοσμιοποίησης– που οδηγεί σε έξαρση των εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων στην περιοχή, με την Παλαιστίνη ως επίκεντρο, μια παγκόσμια κρίση που θα αποτελέσει ταυτόχρονα και κρίση των ιδεολογιών του πολυπολιτισμού, του εθνομηδενισμού και της παγκοσμιοποίησης, μέσα στην οποία κινείται η χαβιαροαριστερά ο αριστερισμός και ο αντιεξουσιασμός της κακιάς ώρας. Και όσο και εάν όλοι αυτοί θέλουν να ταυτίσουν τα αντιπαγκοσμιοποιητικά ρεύματα, που θα ενισχυθούν στην ελληνική κοινωνία, με το ΛΑΟΣ και τον «ρατσισμό», δεν θα μπορέσουν να το πετύχουν. Είναι εξ άλλου χαρακτηριστικό πως ακόμα και ένα γραφειοκρατικό κόμμα όπως το ΚΚΕ –και παρά την αιώνια λογική της προβοκάτσιας με την οποία αναλύει τα κοινωνικά και πολιτικά φαινόμενα– κατορθώνει όχι μόνο να εντάσσει στους κόλπους του ένα σημαντικό μέρος της νεολαίας, ιδιαίτερα από τα λαϊκά στρώματα, αλλά και να αντιστέκεται στην χαβιαροαριστερά.
Κατά συνέπεια, θα ήταν μεγάλο σφάλμα να χαρίσουμε όλη τη νεολαιίστικη αντίδραση στις δυνάμεις της ψευδο-εναλλακτικής παγκοσμιοποίησης και του εθνομηδενισμού, χαρακτηριζοντάς την συλλήβδην ως αντιδραστική ή «φασιστική νέου τύπου». Η πραγματικότητα τα επόμενα χρόνια θα οδηγήσει στη συρρίκνωση αυτών των τάσεων και την ενίσχυση των αντιπαγκοσμιοποιητικών ρευμάτων, τα οποία με τη σειρά τους, δεν θα πρέπει να εκχωρήσουμε αμαχητί στο ΛΑΟΣ και τη «Χρυσή Αυγή». Είναι ένα δύσκολο εγχείρημα που κινείται στην κόψη του ξυραφιού, αλλά αυτό είναι το τίμημα του να ζούμε σε μια χώρα των συνόρων, παρασιτική από τη μια και ταυτόχρονα αποπαίδι της Δύσης, τη στιγμή που ο παρασιτισμός μπαίνει σε βαθύτατη κρίση. Στην αρχή θα αντιδράσει σαν κακομαθημένο παιδί αλλά σύντομα θα υποχρεωθεί να αναμετρηθεί και πάλι με την ιστορία της, μια ιστορία δημιουργίας και αντίστασης.
Η επανάσταση των νέων ξέσπασε πάνω σε τζαμαρίες και κάδους σκουπιδιών.
Η επανάσταση των μεσήλικων ξέσπασε πάνω στο γυαλί της τηλεόρασης.
Δεν έσπασαν τις τηλεοράσεις,
αλλά «μορφώνονταν» απ’ τους πληρωμένους της σύγχρονης πληροφόρησης.
Οι νέοι έκαναν για άλλη μια φορά το καθήκον τους, όπως συνήθιζαν όλες τις εποχές.
Οι βολεμένοι μεσήλικες εφάρμοσαν κι αυτοί την πανάρχαιη συνταγή του βολέματος. Κοίταζαν να περιφρουρήσουν τα κλοπιμαία τους απ’ τη δίκαιη μανία των νέων.
Των νέων που έχουν φτάσει σε μια καινούρια απόγνωση, πιο σκληρή απ’ όσες έχουν δει τα μάτια μας στο πέρασμα των χρόνων.
Είναι μια γενιά που γαλουχήθηκε με το όραμα της μόρφωσης και της καλύτερης ζωής.
Η γενιά των βολεμένων τους δίδασκε αυτό το ψεύδος,
η γενιά που είχε αναγάγει την παιδεία πάνω απ’ τα όρια της σοφιστικής.
Η γενιά μας οδήγησε τους νέους στην απόγνωση.
Η γενιά μας, που ξεπούλησε τα οράματα πολλών γενεών.
Άρθρο του ΜΑΝΟΥ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙ για τα που έγιναν τον Μάιο του 1986... Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Το Τέταρτο»
«...Μια μωβ σκιά Μαΐου ξάπλωσε στον τόπο. Όσα συνέβησαν στα Εξάρχεια και στη Νομική Σχολή. Και στην οδό Σκουφά και Σόλωνος, Μαυρομιχάλη και Ιπποκράτους ενόχλησαν τους Έλληνες πολίτες και αγανάκτησαν τον Τύπο ολόκληρο. Γιατί δεν τους εξολοθρεύουν και δεν τους σπάνε το κεφάλι. Γιατί δεν ρίχνουν δακρυγόνα. Και η Σύγκλητος και οι φοιτητές όλων των παρατάξεων, όλοι αγανακτισμένοι με τα τριάντα-εκατό παιδιά που δεν το βάζουν κάτω, δεν εννοούνε να παραδεχτούν πως η όποια ελευθερία ανήκει μόνο στους αστυνομικούς και τους ηλικιωμένους. Που δεν μπορούν να αντιληφθούν γιατί καταδιώκονται αδιάκοπα, προπηλακίζονται ατελείωτα και συνεχώς υποχρεούνται να δέχονται εξευτελισμούς. Κι ο προπηλακισμός αρχίζει από τον δάσκαλο, τον επιστάτη του σχολείου, από τον οδηγό και τον εισπράκτορα του λεωφορείου, απ' τον καθηγητή και τον δημόσιο λειτουργό ώς τον δημόσιο υπάλληλο, από τους αξιωματικούς κι εκπαιδευτές στο κέντρο κατατάξεως ώς τον τυχαίο μοτοσικλετιστή της τροχαίας που θα του ζητήσει άδειες, ταυτότητες και πιστοποιητικά. Ως τον γιατρό του νοσοκομείου που θα τον πάνε σηκωτό, ύστερα από τη γροθιά του οργάνου της τάξεως. Και το γνωρίζουμε πολύ καλά.
Εξύβριση αρχής - έτσι ονομάζεται η απαίτηση εξηγήσεων. Χειροδικία κατά της αρχής - έτσι είθισται να αποκαλείται η ενστικτώδης κίνηση του αμυνόμενου νέου. Και η ιστορία δεν έχει τέλος. Η ανωνυμία και η εισαγγελική αρχή θα του προσφέρει ή μια τραυματική αγανάκτηση ισόβια ή τον επιζητούμενο από την πολιτεία ευνουχισμό του. Αυτή είναι μια καθημερινή πραγματικότητα και, δυστυχώς, γνησίως ελληνική τα πρόσφατα και τελευταία σαράντα χρόνια - όσα είχα δηλαδή την ευτυχία να ζήσω σαν επώνυμος πολίτης εις τούτον τον ένδοξον κατά τα άλλα τόπον μας.
Μια μωβ σκιά Μαΐου σκέπασε την Αθήνα. Κι όμως δεν βρέθηκε ένας δημοσιογράφος, μια εφημερίδα ν' αγανακτήσει και να διαμαρτυρηθεί, να καταγγείλει την αλήθεια για αυτό το τρίγωνο του αίσχους. Σκουφά, Μαυρομιχάλη και Ιπποκράτους. Κι άρχισε μια σκόπιμη, ύποπτη κι έντεχνη σύγχυση τριών ασχέτων μεταξύ των περιπτώσεων. Οι νεαροί των Εξαρχείων να παρουσιάζονται ίδιοι με τους αλήτες των γηπέδων, τους επονομαζόμενους χούλιγκανς, και επιπλέον να καλλιεργείται η εντύπωση στην κοινή γνώμη, με στήλες ολόκληρες των θλιβερών εφημερίδων μας, ότι οι νέοι αυτοί, οι αναρχικοί, είναι οι βομβιστές και ίσως οι πιθανοί δράστες των δολοφονιών ή εμπρησμών. Και φυσικά, όταν με το καλό τελειώσει η δίωξη των εκατό, σαράντα ή είκοσι παιδιών και η όλη επιχείρηση στεφθεί με «επιτυχία», να πάρει τις διαστάσεις ενός πραγματικού θριάμβου... κατά του εγκλήματος. Την ίδια ώρα που δολοφονούνται εκδότες και οι δολοφόνοι δεν ανευρίσκονται. Δολοφονούνται πολίτες και οι δολοφόνοι δεν αποκαλύπτονται. Πεθαίνουν νέοι από ξυλοδαρμούς και οι δράστες κυκλοφορούν ανενόχλητοι και, τέλος, δεν... ανακαλύπτονται.
Την ίδια ώρα η πολιτεία αγανακτεί διότι υπάρχουν μερικά ζωντανά της κύτταρα που αντιδρούν άτεχνα, ανοργάνωτα, ίσως μ' αφέλεια, σ' όλη αυτή την οργανωμένη κρατική ασχήμια, αντί να βλογάμε τον Θεό που βρίσκονται ακόμη μερικοί που δεν συνήθισαν στην «παρουσία του τέρατος». (...) Κορίτσια κι αγόρια με γυαλιά, έτσι καθώς κοιτάτε με απορία κι αγανάκτηση για ό,τι συμβαίνει γύρω σας, είμαι μαζί σας. Και σας αγαπώ».
Κουράστηκα είκοσι χρόνια να προσπαθώ να σπρώχνω καθηγητάδες ν’ ακολουθήσουν τις μαθητικές εξεγέρσεις. «Κουρασμένοι» ήταν οι φουκαράδες από τις απεργίες τους, όπου συμμετείχε μόνο το 20%.
Όταν τη σκυτάλη πήραν οι μαθητές με τις καταλήψεις τους οι καθηγητάδες ένοιωσαν να φεύγει ένα βάρος από πάνω τους. Τώρα μπορούσαν να αγωνίζονται εκ του ασφαλούς, χωρίς το φόβο παρακράτησης του μισθού τους…
Ο αγώνας των καθηγητών υπέρ της λούφας έγινε μαζικός. Ελάχιστοι ήταν αυτοί που με το λόγο τους και με τις πράξεις τους στάθηκαν στο πλευρό της νεολαίας.
Αυτό με ανάγκασε να βαφτίσω «γιορτή των μαθητικών εγκαταλείψεων» τις καταλήψεις των μαθητών. Χωρίς τη συμπαράσταση δασκάλων και γονιών οι μαθητές άφηναν όλες τις ελπίδες τους στα χέρια κάποιων μπάχαλων ή κάποιων μελλοντικών επιβητόρων της χυδαίας πολιτικής.
Κοντεύει να κλείσει τριάντα χρόνια αυτή η γιορτή και οι μόνοι που κερδίζουν είναι οι καθηγητάδες που λουφάρουν επ’ αμοιβή.